21o ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗΣ ΤΗΣ ΝΕΑ ΛΑΚΑΝΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ (NLS)

 

  

  

Η ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΑΝΩ ΚΑΤΩ

Άγρια, πολιτική, ψυχαναλυτική μεταβίβαση

 Θεωρητική εισαγωγή

από τη Lilia Mahjoub

 

 

Ο τίτλος του επόμενου συνεδρίου της ΝΛΣ κάνει τη μεταβίβαση άνω κάτω, ενώ ο υπότιτλος προσδιορίζει ορισμένες από τις καταστάσεις της. Η σειρά των όρων που υποδεικνύουν αυτές τις τελευταίες – άγρια, πολιτική, ψυχαναλυτική– καθόλου δεν υπονοεί μια πρόοδο. Γιατί αυτές οι μεταβιβαστικές καταστάσεις διακρίνονται η μία από την άλλη, αρθρώνονται μεταξύ τους, διαχωρίζονται, ακόμα, ενώ μπορούν ενίοτε να συνυπάρχουν, να διασταυρώνονται ή και να αλληλοσυγκρούονται.

Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, από την τελευταία, την ψυχαναλυτική μεταβίβαση, που μας επιβάλλει να αναφερθούμε στις δύο πρώτες, ως μορφές που όντως υπάρχουν αλλά που μπορούν, ενίοτε, να ανατραπούν από εκείνη που αφορά ειδικά στην ψυχανάλυση.

Η λέξη μεταβίβαση, που δεν ανήκει ειδικά στην ψυχαναλυτική ορολογία, έλαβε, ως έννοια κατ’ αρχάς, έναν ορισμό πολύ ευρύ στο πεδίο της ψυχανάλυσης, καθώς αντιστοιχούσε σε ένα σύνολο φαινομένων σχετικών με τις σχέσεις του ασθενούς με τον αναλυτή. Αυτό οδήγησε κατά συνέπεια σε τόσους εννοιολογικούς ορισμούς όσο και παρατηρήσεις του κάθε αναλυτή, εξού και το μπέρδεμα που προκύπτει όταν επιχειρούμε να συλλάβουμε την πραγματική φύση της.

 

Ένα εμπόδιο

Ο Φρόυντ εισήγαγε, από το 1895, στις Μελέτες για την υστερία, τον όρο της μεταβίβασης, Übertragung, διαπιστώνοντας ότι υπήρχαν αντιστάσεις στη θεραπεία –όταν, τότε, επρόκειτο για τη μέθοδο της επιβολής των χεριών ή της ύπνωσης–, και διερωτώμενος σχετικά με τα διάφορα είδη των εμποδίων. Ανάμεσα σε αυτά ανέδειξε ένα μείζον, όχι «εσωτερικό»[1], όπως ορίζει αυτό των αντιστάσεων, αλλά «εξωτερικό»[2], το οποίο αναφέρεται σε «αυτό που συμβαίνει όταν οι σχέσεις του γιατρού και του ασθενή διαταράσσονται»[3]. Διέκρινε λοιπόν τρία είδη διαταραχών που περιστρέφονται όλες γύρω από το πρόσωπο του γιατρού. Η πρώτη αφορά μια προσωπική αιτίαση εναντίον του γιατρού ή την επίδραση κάποιων λόγων σχετικά με αυτόν ή τη μέθοδό του, η δεύτερη, τον φόβο της υπερβολικής προσκόλλησης, και η τρίτη, τον φόβο μήπως μεταφέρει σε αυτόν αναπαραστάσεις που γεννώνται από το περιεχόμενο της ανάλυσης, με άλλα λόγια σεξουαλικές επιθυμίες. Ο Φρόυντ θα θεωρήσει, έτσι, τη μεταβίβαση ως ένα φαινόμενο που έρχεται να διαταράξει τη θεραπεία και όχι αυτό πάνω στο οποίο στηρίζεται ουσιαστικά η θεραπεία, δηλαδή τον δεσμό του ασθενή με τον αναλυτή.

Στη συνέχεια, άλλα άρθρα του Φρόυντ μαρτυρούν μια αλλαγή αυτής της οπτικής. Παραδείγματος χάριν, το 1904, στις Ηνωμένες Πολιτείες, στο Πανεπιστήμιο Κλαρκ, όταν θα πει ότι «κάθε φορά που θεραπεύουμε ψυχαναλυτικά έναν νευρωτικό, αυτός υπόκειται στο εντυπωσιακό φαινόμενο που αποκαλούμε μεταβίβαση»[4]. Παρατηρούμε ότι δε γίνεται πλέον λόγος για διαταραγμένες σχέσεις, αλλά για κάτι που αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της θεραπείας.

Για τον Φρόυντ, είναι ξεκάθαρο ότι «Η ψυχαναλυτική θεραπεία δε δημιουργεί τη μεταβίβαση, απλά την αποκαλύπτει όπως και τα άλλα κρυμμένα ψυχικά φαινόμενα»[5], γιατί, αντίθετα με τις άλλες θεραπείες, στην ψυχαναλυτική θεραπεία, «όλες οι τάσεις, ακόμα και οι εχθρικές, χρειάζεται να αφυπνισθούν […]»[6]. Έτσι, «Η μεταβίβαση, που φαινόταν προορισμένη να αποτελέσει το πιο μεγάλο εμπόδιο στην ψυχανάλυση, γίνεται ο πιο ισχυρός αρωγός της»[7], υπό την προϋπόθεση, ωστόσο, κάθε φορά να εντοπίζεται και να ερμηνεύεται. Βλέπουμε ήδη ότι το να αντιμετωπίζουμε τη μεταβίβαση με όρους θετικούς ή αρνητικούς, ή ακόμη αγάπης ή μίσους, δεν προάγει τα πράγματα, και μπορούμε έτσι να κατανοήσουμε πώς αυτός ο «πρωταρχικός έρωτας[8] [énamoration]» που παρατηρείται στην αρχή της θεραπείας και δεν είναι άλλος από τη Verliebtheit του Φρόυντ, που παίζει «έναν κεντρικό ρόλο στην μεταβίβαση»[9], και αυτό, στο επίπεδο του φαντασιακού– θα αποδοθεί από τον Λακάν με μία νέα λέξη: ως «αγάπη-μίσος [hainamoration]»[10].

Ας σημειώσουμε ακόμη τον τρόπο με τον οποίο ο Φρόυντ θα ολοκληρώσει το κείμενό του, το 1905, σχετικά με την περίπτωση της Ντόρας –μιας θεραπείας της οποίας η διάρκεια των τριών μηνών ήταν ωστόσο πολύ πλούσια σε διδάγματα, κυρίως με την αριστοτεχνική επεξεργασία του Λακάν το 1951.

Ο Φρόυντ γράφει ότι δεν κατάφερε «να γίνει κύριος της μεταβίβασης»[11] και η ζέση με την οποία η Ντόρα του παρείχε υλικό τον έκανε να ξεχάσει ότι έπρεπε να προσέξει «τα πρώτα σημάδια της μεταβίβασης που εκείνη προετοίμαζε με βάση ένα άλλο κομμάτι αυτού του ίδιου υλικού»[12]. Καταγράφει, λοιπόν, αυτά που δεν είχε καταφέρει να δει και να ερμηνεύσει, αλλά δεν πρόκειται παρά για υποθέσεις.

Η Ντόρα, πράγματι, «ενεργοποίησε στην πράξη ένα σημαντικό κομμάτι των αναμνήσεων και των φαντασιώσεών της, αντί να τις αναπαραγάγει μέσα στη θεραπεία»[13] και ο παράγοντας της μεταβίβασης, διαμέσου του οποίου ο Φρόυντ θύμισε στην Ντόρα τον κ. Κ., παρέμεινε για εκείνον οριστικά άγνωστος.

 

Μια διαλεκτική

Μπορούμε ήδη να σημειώσουμε πώς το γεγονός ότι ένας ασθενής ξεκινά να μιλάει και να προβαίνει σε συνειρμούς, από τις πρώτες κιόλας συνεδρίες, δεν μπορεί καθόλου να πιστοποιήσει την κατάσταση της μεταβίβασης. Η σημαίνουσα άρθρωση, περιορισμένη στην πιο απλή της έκφραση, τη γραφή S1-S2, δεν είναι αρκετή για να μιλήσουμε για ψυχαναλυτική μεταβίβαση. Η μεταβίβαση δε φανερώνεται λοιπόν με όρους γραμμικότητας, αλλά, όπως θα το αναπτύξει ο Λακάν, η μεταβίβαση πρέπει να προσδιορισθεί με όρους καθαρής διαλεκτικής ή ακόμα και διαλεκτικών ανατροπών[14]. Έτσι, ο Λακάν δίνει μια κατεύθυνση της θεραπείας, η οποία οδεύει από «την επανόρθωση των σχέσεων του υποκειμένου με το πραγματικό, προς την ανάπτυξη της μεταβίβασης, και, κατόπιν, προς την ερμηνεία»[15]. Τη δεκαετία του 1950, αυτή η ερμηνεία της μεταβίβασης προσδιορίζεται από τον Λακάν ως «Τίποτε άλλο πέρα από το να γεμίζει με μια αυταπάτη το κενό αυτού του νεκρού σημείου [της αναλυτικής διαλεκτικής[16]]». «Όμως αυτή η αυταπάτη, συνεχίζει, είναι χρήσιμη γιατί, έστω και απατηλή, δίνει και πάλι ώθηση στη [διαλεκτική[17]] διαδικασία»[18]. Επειδή η μεταβίβαση είναι, σε στιγμές στασιμότητας της διαλεκτικής της ανάλυσης, «η εμφάνιση των μόνιμων τρόπων σύμφωνα με τους οποίους [το υποκείμενο] συγκροτεί τα αντικείμενά του», η ερμηνεία της μεταβίβασης δεν ανάγεται σε μια εξήγηση που θα συνίστατο στο να πούμε στον ασθενή ότι σφάλλει.

Έχουμε ήδη εδώ αυτό που ο Λακάν, επανεξετάζοντας αδιάκοπα την έννοια της μεταβίβασης, θα δηλώσει το 1964, δηλαδή ότι αυτή πρέπει να θεωρηθεί ως «αυτό που οδηγεί τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τους ασθενείς»[19] –όπου σημειώνουμε ότι δεν είναι ο ασθενής που οδηγείται–, προσθέτοντας ότι «αντίστροφα, ο τρόπος που τους αντιμετωπίζουμε ορίζει την έννοια»[20]. Είναι ακριβώς γι’ αυτό που η μεταβίβαση είναι η πυξίδα που υποδεικνύει τόσο τις στιγμές που ο αναλυτής περιπλανάται όσο και τον προσανατολισμό του.

Συνεπώς, ο Λακάν δεν αντιλαμβάνεται τη μεταβίβαση μόνο με όρους διαλεκτικής, αλλά ως αυτό που συνδέεται με τον χρονικό παλμό του ασυνειδήτου, με μεγαλύτερη ακρίβεια, αυτό που δεν ανοίγει προς το ασυνείδητο, αλλά μάλλον είναι το κλείσιμό του. Ξαναβρίσκουμε λοιπόν αυτό που πρέσβευε ο Φρόυντ, ότι δηλαδή η μεταβίβαση συνιστά ένα εμπόδιο και, όπως το σημείωνε το 1912, ότι η παύση των συνειρμών υποδεικνύει ότι ο ασθενής βρίσκεται υπό την επήρεια μιας ιδέας που αναφέρεται στον αναλυτή. Και ότι, εάν ο αναλυτής το επισημάνει στον ασθενή, αυτή «η απουσία συνειρμών μεταμορφώνεται σε μια άρνηση να μιλήσει»[21]. Ο Λακάν, ωστόσο, θα ξεπεράσει το φροϋδικό εμπόδιο και θα δείξει με ποιον τρόπο η θέση του αναλυτή είναι εδώ αποφασιστικής σημασίας.

 

Ένας κόμβος: κλείσιμο και ερμηνεία

Με αυτό το νέο βήμα ο Λακάν θα μεταχειριστεί τη μεταβίβαση σαν έναν κόμβο, γιατί ορίζει ένα παράδοξο: από τη μία πλευρά, θα πρέπει να αναπτυχθεί για να επιτρέψει την ερμηνεία, και από την άλλη, φράζει τον δρόμο της πρόσβασης προς το ασυνείδητο. Εξού και η στρατηγική που αναμένεται από την πλευρά του αναλυτή προκειμένου να διαχειρισθεί αυτό τον κόμβο. Αυτή η στρατηγική, στο πλαίσιο της οποίας ο αναλυτής είναι λιγότερο ελεύθερος απ’ ό,τι στην τακτική του (στις παρεμβάσεις του), και η οποία αποτελεί μέρος των τριών τρόπων δράσης του αναλυτή, εκ των οποίων ο τρίτος είναι η πολιτική του, δεν ισοδυναμεί με το να «επικαλείται κανείς την υγιή πλευρά του υποκειμένου, που υποτίθεται ότι θα βρισκόταν εκεί μέσα στο πραγματικό»[22], έτσι όπως μεγάλος αριθμός αναλυτών, συγχέοντας το εγώ με το υποκείμενο, παρασύρθηκε εκεί. Διότι «θα παραγνωρίζαμε τότε ότι είναι ακριβώς αυτή η πλευρά που εμπλέκεται στη μεταβίβαση, […] αυτή που κλείνει την πόρτα»[23]· και γι’ αυτό, αυτή ακριβώς τη στιγμή είναι που μπαίνει σε δράση η στρατηγική του αναλυτή και η ερμηνεία του που στοχεύει εκ νέου στο άνοιγμα της πόρτας. Εντούτοις, ας μην απλουστεύουμε την τοπολογία αυτού του ανοίγματος-κλεισίματος του ασυνειδήτου, γιατί το ασυνείδητο δεν είναι πέραν του κλεισίματος, κρυμμένο, σαν ένα εντός, αλλά είναι απ’ έξω[24], και είναι αυτό που, με τη μαγική φράση, το σουσάμι-άνοιξε της ερμηνείας του αναλυτή, θα κάνει έκκληση σε αυτό το άνοιγμα. Γίνεται έτσι σαφές ότι ο χειρισμός της μεταβίβασης, στην οποία ο αναλυτής οφείλει να δώσει την προσοχή του, είναι κρίσιμος, όσον αφορά τόσο το καθεστώς του ασυνειδήτου, όσο και το άνοιγμά του μέσα στη θεραπεία.

 

Μια εννοιολογική κρίση

Η ψυχαναλυτική μεταβίβαση, εάν πρόκειται για αγάπη, και μάλιστα για μια αγάπη αυθεντική, δεν είναι ωστόσο μια οποιαδήποτε αγάπη, και γι’ αυτό, τη χρονιά 1960-1961, ο Λακάν θα αφιερώσει σε αυτήν ένα ολόκληρο σεμινάριο. Πρέπει επίσης να υπογραμμίσουμε ότι την προηγούμενη χρονιά, 1959-1960, είχε ήδη εξετάσει το ζήτημα της αγάπης από την πλευρά της ιπποτικής αγάπης, για να τη διακρίνει από τη χριστιανική αγάπη. Πρόκειται πράγματι για μια προσπάθεια του Λακάν να επεξεργαστεί τη θέση της αγάπης μέσα στον αναλυτικό λόγο, αυτής της νέας αγάπης, και αυτό με αφετηρία τη μεταβίβαση. Επιπρόσθετα, εάν ο Λακάν κάνει αυτή τη μεγάλη διαδρομή όσον αφορά την αγάπη μέσα στη διδασκαλία του, κυρίως σε σχέση με τη μεταβίβαση, είναι επίσης για να δείξει πώς η επιθυμία που είχε εκτοπισθεί από τη χριστιανική αγάπη και την εντολή της –το «Αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν», το οποίο εκκενώνει το σεξουαλικό– πρέπει μέσω της ψυχανάλυσης και της μεταβίβασης να ξαναβρεί τη θέση της.

Για τον Λακάν, το ζήτημα του τι είναι η μεταβίβαση δεν έχει βέβαια επιλυθεί, και ένα πλήθος αποκλινουσών απόψεων, ως προς αυτό το θέμα, έχει σημειωθεί στην πορεία των ιστορικών σταδίων της ψυχανάλυσης. Πρόκειται μάλιστα για τον τόπο «μιας διαρκούς εννοιολογικής κρίσης μέσα στην ανάλυση»[25], κρίσης αναγκαίας για την ίδια την ύπαρξη της ψυχανάλυσης. Έτσι, η συμμετοχή του αναλυτή στη μεταβίβαση καθόλου δεν περιορίζεται στον συνονθυλευματικό όρο της αντιμεταβίβασης, όπως αυτό ήδη συνέβη, εμποδίζοντας κάθε δυνατότητα επιπλέον διερεύνησης.

«Ποια λοιπόν είναι η θέση του αναλυτή στη μεταβίβαση;» Αυτή είναι μια ερώτηση που οι αναλυτές οφείλουν να θέτουν στον εαυτό τους, γιατί εάν η μεταβίβαση υφίσταται ως έννοια, δεν μπορεί να είναι μια νεκρή έννοια.

Η αναλυτική σχέση εδραιώνεται στην αρχή πάνω σε μια παρεξήγηση, μια πλάνη σχετικά με το πρόσωπο, με τις φαντασιώσεις που ο αναλυόμενος εναποθέτει στον αναλυτή και αυτός δέχεται να φέρει. Αυτό δεν αντιστοιχεί διόλου σε αυτό που εκείνος θα γίνει στο τέλος της θεραπείας, εξαιτίας της ανάλυσης της μεταβίβασης. Εντούτοις, για τον αναλυτή, το να ξέρει σε τι συνίσταται μια ανάλυση, δεδομένου ότι έχει κάνει μία, δεν αρκεί. Πρέπει να διερωτάται σχετικά με την «αληθινή του θέση»[26] στη μεταβίβαση, για να μπορεί να απαντήσει κατάλληλα στον αναλυόμενο.

Όμως ο Λακάν θέτει επίσης αυτό το ερώτημα στο επίπεδο της ίδιας της οργάνωσης της ψυχαναλυτικής κοινότητας –και είναι εδώ η απαρχή αυτού που θα θέσει σε εφαρμογή λίγο αργότερα με την ίδρυση της Σχολής του και τη διαδικασία του Περάσματος, και αυτό, προκειμένου να αναρωτηθεί σχετικά με το τι είναι ο αναλυτής.

Αυτό σημαίνει ότι δεν προκύπτει καθόλου η μεταβίβαση από το προφανές αλλά, όπως το έχουμε ήδη υπογραμμίσει, από τη στρατηγική του αναλυτή, χωρίς να ξεχνάμε την πολιτική του, όπου είναι ακόμη λιγότερο ελεύθερος απ’ ό,τι στη στρατηγική και την τακτική του. Ως εκ τούτου, η μεταβίβαση θέτει το ερώτημα της θέσης του αναλυτή, αλλά και του είναι του, και αποδεικνύεται ένας μηχανισμός απαράκαμπτος τόσο στο πλαίσιο της θεραπείας όσο και της αναλυτικής μάζας.

 

Ένας αλγόριθμος

Το 1967, ο Λακάν θέτει τη μεταβίβαση στην καρδιά της «Πρότασής του για τον αναλυτή της Σχολής», υπό τη μορφή ενός αλγορίθμου, εισάγοντας εκεί αυτό που αποτελεί τον κεντρικό της άξονα: το υποκείμενο που υποτίθεται ότι ξέρει[27]. Και αυτό για να τη βγάλει από τη διυποκειμενικότητα που κολλάει στο δέρμα της σχέσης του αναλυτή με τον αναλυόμενο, και, όπως το διατυπώνει τόσο καλά ο Λακάν, να «αποκαθάρει αυτό το υποκείμενο από το υποκειμενικό»[28]. Αυτή η αναλυτική σχέση δεν εξαντλείται διόλου σε δύο παρτενέρ, αλλά ενέχει τον τρίτο που είναι το υποκείμενο που υποτίθεται ότι ξέρει, το οποίο δεν είναι ούτε ο αναλυόμενος ούτε ο αναλυτής. Εάν εμπλέκονται δύο επιθυμίες σε μια θεραπεία, αυτή του υποκειμένου και αυτή του αναλυτή, οι οποίες δεν είναι ισοδύναμες, δεν υπάρχει, ωστόσο, παρά ένα υποκείμενο.

Τι μπορούμε να πούμε για την άγρια μεταβίβαση, και την πολιτική μεταβίβαση μετά από αυτές τις επεξεργασίες σχετικά με την ψυχαναλυτική μεταβίβαση;

 

Μια άγρια μεταβίβαση

Η λέξη «άγρια»[29] εμφανίστηκε υπό την πένα του Φρόυντ στον λόγο «περί της λεγόμενης άγριας ψυχανάλυσης», που είναι ο τίτλος ενός από τα άρθρα του του 1910. Διαβάζοντάς το, διαπιστώνουμε, όντως, ότι αυτή προκύπτει από την υποβολή, από τη συμβουλή, και δεν ασχολείται καθόλου με το τι γίνεται η μεταβίβαση, ούτε με τη θέση που κατέχει, στην προκειμένη περίπτωση, ο γιατρός. Μια ασθενής έρχεται να ζητήσει λογαριασμό από τον Φρόυντ, καθώς ένας συνάδελφος που της είχε κάνει κάποια άγρια ερμηνεία επικαλέστηκε το όνομα του Φρόυντ και τις καινούργιες θεωρίες του. Πρόκειται εδώ, αν μη τι άλλο, για κάτι της τάξης μιας άγριας μεταβίβασης. Αυτό που θα σημειώσει ο Φρόυντ είναι ότι ανάμεσα στις διάφορες συστάσεις που δόθηκαν από τον γιατρό που είχε συμβουλευτεί προηγουμένως η ασθενής καμία θέση δεν αφέθηκε στην ψυχανάλυση. Έτσι, η άγρια μεταβίβαση είναι εδώ αυτό που στηρίζει μια ερμηνεία πριν ακόμη ο αναλυτής καταφέρει καν να εντοπίσει σε ποια θέση βρίσκεται στη μεταβίβαση, πριν δηλαδή αυτή αναπτυχθεί όπως πρέπει. Πρόκειται λοιπόν για μια μεταβίβαση χωρίς την ανάλυση, δηλαδή δίχως την ερμηνεία. Και είναι αυτό που βλέπουμε να πολλαπλασιάζεται μέσα στις θεραπείες που γίνονται μέσω υποβολής.

Ο Φρόυντ θα υπογραμμίσει τη θεραπευτική επιτυχία που μπορούν εντούτοις να έχουν τέτοιες μέθοδοι, διότι, αφότου ο ασθενής «έχει διαμαρτυρηθεί επαρκώς για τον γιατρό του και αισθανθεί ικανός να ξεφύγει από την επίδρασή του, τα συμπτώματά του εξασθενούν»[30]. Αυτός ο τρόπος εργασίας δεν βλάπτει, λοιπόν, τόσο τον ασθενή αλλά τον ίδιο τον γιατρό και, κατόπιν, τον σκοπό της ψυχανάλυσης. Ο Φρόυντ επικαλείται συνεπώς, μέσα στο ίδιο κείμενο, την ίδρυση μιας διεθνούς ψυχαναλυτικής εταιρείας τα μέλη της οποίας θα απεκδύονται κάθε ευθύνη για τον τρόπο που κινούνται εκείνοι που δεν ανήκουν σε αυτήν.

 

Εκτός ανάλυσης

Τέτοιες άγριες μεταβιβάσεις μπορούν επίσης να παράγονται παραπλεύρως προς τη θεραπεία, και εάν δεν εντοπίζονται εγκαίρως από τον αναλυτή, γιατί ο αναλυόμενος τις αποσιωπά, κι έτσι δεν μπορούν να ερμηνευθούν, προκαλούν μια επιστροφή στο εγώ, δηλαδή ένα κλείσιμο του ασυνειδήτου. Γι’ αυτό και κάθε παράπλευρη μεταβίβαση μπορεί να θεωρηθεί μεταβίβαση σε άγρια κατάσταση. Μπορεί να γίνει στο πρόσωπο ενός συντρόφου, ενός συναδέλφου, ενός άλλου που γίνεται, ανάλογα με την περίσταση, σύμβουλος, έμπιστος, θεραπευτής, δάσκαλος στοχαστής ή οτιδήποτε άλλο που προκύπτει από τον λόγο του κυρίου και χρησιμοποιεί τη δύναμη που εξασκείται πάνω σε κάποιον. Ο δε αναλυτής, τουναντίον, θα στερηθεί τη δύναμη της υποβολής προκειμένου να επιτρέψει στη μεταβίβαση να αναπτυχθεί. Αυτό προϋποθέτει να δοθεί μια θέση στην ερμηνεία, αλλά επίσης ο αναλυτής να ξέρει από ποια θέση την κάνει.

 

Ένα acting out

Μια ερμηνεία μπορεί να αποδειχθεί λανθασμένη όταν ο αναλυτής απαντά από τη θέση του εγώ του, δηλαδή όταν οι προκαταλήψεις του τον παραπλανούν, παρασύροντας έτσι τον αναλυόμενό του στην ίδια τοπική παλινδρόμηση. Η ερμηνεία μπορεί να είναι επίσης ανακριβής, ανοίγοντας τη σκηνή του acting out. Έχουμε πάμπολλα παραδείγματα στην ψυχαναλυτική βιβλιογραφία, όπως αυτά της Ντόρας, της νεαρής ομοφυλόφιλης, ή του ανθρώπου με τα φρέσκα μυαλά, ασθενή του Κρις. Μέσα στο πλαίσιο της θεραπείας, το acting out είναι μια έκκληση προς την ερμηνεία, ένα νεύμα προς τον αναλυτή, αν βέβαια εκείνος το προσέξει.

Για τον Λακάν, «το acting out, […], είναι το έναυσμα της μεταβίβασης. Είναι η άγρια μεταβίβαση»[31]. Μπορεί να συμβεί για κάποιον που δεν είναι σε ανάλυση, ως στρεβλή λύση στην επιθυμία του, αλλά επίσης και εντός της ανάλυσης, και σε αυτή την περίπτωση, κάνει έκκληση σε μια πιο ακριβή ερμηνεία σχετικά με τη θέση της επιθυμίας.

 

Απομένει η πολιτική μεταβίβαση, που θα μπορούσαμε να τοποθετήσουμε μεταξύ άγριας και ψυχαναλυτικής μεταβίβασης. Είναι άραγε το αντίστροφο αυτής που σχετίζεται με την ψυχανάλυση;

 

Μια σφαίρα

Το ακαδημαϊκό έτος 1969-1970, ο Λακάν διεξήγαγε ένα σεμινάριο που είχε αρχικά τον τίτλο Η ψυχανάλυση ανάποδα, σε μια χρονική στιγμή στην οποία η πολιτική ήταν στους δρόμους και κατά την οποία εκείνος δε δίστασε να βγει προς συνάντηση ενός νέου λόγου του κυρίου, αυτού του Πανεπιστημίου, που ετίθετο υπό αμφισβήτηση από τους φοιτητές που εξεγείρονταν εναντίον του, όπως και ενάντια σε άλλους θεσμούς, που υπάγονταν εξίσου κι αυτοί στον λόγο του κυρίου.

Ήταν επιπλέον μια σημαντική πολιτική στιγμή για την ψυχανάλυση, η στιγμή που ο Λακάν είχε ιδρύσει τη Σχολή του και τυποποιούσε τους τέσσερις θεμελιώδεις λόγους του.

Αυτό που είναι στην καρδιά αυτών των λόγων είναι το ζήτημα της επιθυμίας της γνώσης, με αφετηρία το γεγονός ότι ο κύριος δε θέλει να ξέρει τίποτα, και το Πανεπιστήμιο δεν κάνει τίποτε άλλο πέρα από το να προεκτείνει αυτή την άγνοια σφραγίζοντας τη γνώση ως ένα όλο που ορίζει την παραγωγή αξιολογημένων γνωστικών μονάδων. Αυτή η μετατροπή της γνώσης σε ολότητα είναι σύμφωνα με τον Λακάν «εμμενής στην πολιτική»[32]. Είναι μέρος της φαντασιακής ιδέας «έτσι όπως μας την παρέχει το σώμα, ως στηριζόμενη στην αρμονική μορφή της ικανοποίησης, σε κάτι που, οριακά, συνιστά σφαίρα, [και η οποία] χρησιμοποιήθηκε ανέκαθεν στην πολιτική, από το κόμμα της πολιτικής ηθικολογίας»[33]. Ας σημειώσουμε ότι αυτό δεν ήταν ποτέ τόσο κραυγαλέο και μεγεθυμένο όσο σήμερα με τις εικόνες του σώματος, κυρίως των πολιτικών, που γεμίζουν τις οθόνες μας.

Στην αναλυτική θεραπεία, εάν τα σώματα είναι παρόντα, η εικόνα του σώματος θα πρέπει να είναι όσο γίνεται λιγότερο παρούσα, και γι’ αυτό, από τη στιγμή που αναπτύσσεται η μεταβίβαση, «δεν απευθύνεται πλέον [ο Φρόυντ] σε εκείνον που βρίσκεται πλάι του, και αυτός είναι ο λόγος που του αρνείται την κατά πρόσωπο στάση»[34]. Εάν το σώμα στον λόγο του Κυρίου παράγεται ως υπερ-απολαμβάνειν, στον αναλυτικό λόγο ανάγεται σε ένα κατ’ επίφαση αντικείμενο, δηλαδή μια σιωπή, μια φωνή ή ένα βλέμμα που ο αναλυτής δίνει στον αναλυόμενο, ώσπου αυτός να μπορέσει να περιχαράξει αυτό που αποτελεί πραγματικά αίτιο της επιθυμίας του.

 

Μια γνώση-αλήθεια

Στον λόγο του αναλυτή, η γνώση, S2, είναι από την πλευρά του, «την αποκτά ακούγοντας τον αναλυόμενό του»[35] –έχουμε όντως εκεί μια μεταβίβαση γνώσης «[…] που σε έναν ορισμένο επίπεδο μπορούμε να περιορίσουμε στην ψυχαναλυτική πρακτική γνώση»[36]. Έτσι, ο αναλυτής, διαμέσου της μεταβίβασης, θα προσεγγίσει αυτή τη γνώση ως αλήθεια, δηλαδή σαν κάτι που δεν είναι όλον και δεν μπορεί παρά να μισολέγεται. Αυτή η γνώση ως αλήθεια, ως κάτι μισο-ειπωμένο, είναι η ίδια η δομή της ερμηνείας που αναμένεται από τον αναλυτή. Αυτή υποτίθεται ότι οδηγεί σε μια γνώση της οποίας ο αναλυτής γίνεται «όμηρος, δηλαδή αυτός που δέχεται εκ των προτέρων να είναι το προϊόν των στοχασμών του ψυχαναλυόμενου», ένα προϊόν που «είναι, τελικά, προορισμένο να χαθεί, να αποκλειστεί από τη διαδικασία»[37]. Βρίσκουμε λοιπόν εδώ, δέκα χρόνια μετά, την προέκταση της άρθρωσης του υποκειμένου που υποτίθεται ότι ξέρει ως τρίτου στον αλγόριθμο της μεταβίβασης, μαζί με αυτό το επιπλέον βήμα του αναλυτή ως κατ’ επίφαση αντικειμένου και απορρίμματος της αναλυτικής διαδικασίας.

Η γνώση που διακυβεύεται μέσα στη θεραπεία, περιορισμένη σε μια τρύπα, αυτήν του ασυνειδήτου του υποκειμένου, πρέπει, έτσι, να τοποθετηθεί στην ανάποδη πλευρά της πολιτικής, με την έννοια του λόγου του Κυρίου και μάλιστα του λόγου του Πανεπιστημίου.

 

Ένας κοινωνικός δεσμός

Ο Λακάν υπογράμμισε ότι δεν έλεγε «η πολιτική είναι το ασυνείδητο, αλλά απλά το ασυνείδητο είναι η πολιτική»[38]. Αυτό είναι που διατύπωσε σε σχέση με τη λογική της φαντασίωσης, διευκρινίζοντας ότι με αυτό τον αφορισμό ήθελε να πει πως εκείνο που ενώνει τους ανθρώπους μεταξύ τους και τους φέρνει σε αντιπαράθεση βρίσκεται ακριβώς από την πλευρά της λογικής της φαντασίωσης που προσπαθεί να αρθρώσει. Ο Λακάν αναρωτήθηκε τότε γιατί το πρέπον θα ήταν αναγκαστικά να γίνεται κανείς αποδεκτός παρά να απορρίπτεται, όπως το πρεσβεύει μια καθώς πρέπει ηθικολογία. Χωρίς αυτή τη λογική που προσιδιάζει στη φαντασίωση, «μπορούν να συμβούν ολισθήματα που τον οδηγούν ν’ αντιληφθεί ότι για να απορριφθεί, πράγμα ουσιαστικής σημασίας για τον νευρωτικό, πρέπει σε κάθε περίπτωση να έχει προσφερθεί»[39]. Έτσι, για τον νευρωτικό όπως και για τον ίδιο τον αναλυτή, αλλά όχι από την ίδια θέση βέβαια, αυτό σημαίνει, με την προσφορά, να προσπαθεί κανείς να δημιουργήσει αίτημα. Αυτό ισχύει για τη μεταβίβαση μέσα στην ανάλυση, αλλά επίσης και στην κοινωνία, όπου ο αναλυτής, με τον λόγο που προσφέρει, μπορεί να δημιουργήσει ένα αίτημα. Είναι ένας άλλος τύπος αιτήματος από αυτόν του πολιτικού αιτήματος του Άλλου «υπό την μορφή της δημοκρατίας και της αγοράς»[40]. Και, υπό αυτή την έννοια, μπορούμε να πούμε μαζί με τον Λακάν «ότι το να είναι κάποιος ψυχαναλυτής μπορεί να συνιστά μια θέση μέσα στην κοινωνία»[41]. Αυτό το αίτημα μπορεί πράγματι να λάβει το όνομα της μεταβίβασης και να διαφοροποιηθεί από τα αποτελέσματα της υποβολής, για να μην πούμε της ύπνωσης, και της γενικευμένης ταύτισης που προκαλούν οι άλλοι λόγοι.

 

Παρίσι, 30 Οκτωβρίου 2017

Lilia Mahjoub

Μετάφραση από τα γαλλικά: Άννα Πίγκου, Ελένη Κουκούλη

Επιμέλεια: Ελένη Τέντσου, Ρεζινάλντ Μπλανσέ

 


[1] Freud S., Breuer J., Études sur l’hystérie, PUF, Παρίσι, 1956, σ. 244.

[2] Στο ίδιο.

[3] Στο ίδιο.

[4] Freud S., Cinq leçons sur la psychanalyse, 5ο μάθημα, Petite bibliothèque Payot, 84, Παρίσι, 1972, σ. 61.

[5] Freud S., «Fragment d’une analyse d’hystérie (Dora)», στο Cinq psychanalyses, PUF, Παρίσι, 1973, σ. 88.

[6] Στο ίδιο.

[7] Στο ίδιο.

[8] Lacan J., «La direction de la cure» [1958] [Η καθοδήγηση της θεραπείας], Écrits, Seuil, Παρίσι, 1966, σ. 602.

[9] Lacan J., Le Séminaire, livre I, Les écrits techniques de Freud, Seuil, Παρίσι, 1975, σ. 311.

[10] Lacan J., Le Séminaire, livre XX, Encore, Seuil, Παρίσι, 1975, σ. 90. Λακάν Ζ., Σεμινάριο 20ο, Ακόμη, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα, 2011, σ. 231.

[11] Freud S., Cinq psychanalyses, όπ. π., σ. 88.

[12] Στο ίδιο.

[13] Στο ίδιο, σ. 89.

[14] Lacan J., « Intervention sur le transfert » [1951], Écrits, όπ. π., σ. 218.

[15] Lacan J., « La direction de la cure », όπ. π., σ. 598.

[16] Σ.τ.Μ.

[17] Σ.τ.Μ.

[18] Lacan J., « Intervention sur le transfert » [1951], Écrits, όπ. π., σ. 225.

[19] Lacan J., Le Séminaire, livre XI, Les quatre concepts fondamentaux de la psychanalyse, Seuil, Παρίσι, 1973, σ. 114.

[20] Στο ίδιο.

[21] Freud S., « La dynamique du transfert », La technique psychanalytique, PUF, Παρίσι, 1972, σ. 52.

[22] Lacan J., Le Séminaire, livre XI, Les quatre concepts fondamentaux de la psychanalyse, όπ. π., σ. 119.

[23] Στο ίδιο.

[24] Στο ίδιο.

[25] Στο ίδιο, σ. 119.

[26] Lacan J., Le Séminaire, livre VIII, Le transfert, Seuil, Παρίσι, Ιούνιος 2001 (2η έκδοση), σ. 390.

[27] Lacan J., « Proposition du 9 octobre 1967 sur le psychanalyste de l’École », Autres écrits, Seuil, Παρίσι, 2001, σ. 248.

[28] Στο ίδιο.

[29] Wilde στα Γερμανικά (Σ.τ.Μ.).

[30] Freud S., «À propos de la psychanalyse dite sauvage», La technique psychanalytique, όπ. π., σ. 42.

[31] Lacan J., Le Séminaire, livre X, L’angoisse, Seuil, Παρίσι, 2004, σ. 148.

[32] Lacan J., Le Séminaire, livre XVII, L’envers de la psychanalyse, Seuil, Παρίσι, 1991, σ. 33. Λακάν Ζ., Σεμινάριο 17ο , Το αντίστροφο της ψυχανάλυσης, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα, 2014, σ. 43.

[33] Στο ίδιο.

[34] Lacan J., « La direction de la cure », Écrits, όπ. π., σ. 597.

[35] Lacan J., Το αντίστροφο της ψυχανάλυσης, όπ. π., σ. 47.

[36] Στο ίδιο.

[37] Στο ίδιο, σ. 50.

[38] Lacan J., Le Séminaire, livre XIV, La logique du fantasme, Μάθημα της 10ης Μαΐου 1967, ανέκδοτο.

[39] Στο ίδιο.

[40] Miller J.-A., Cours Orientation lacanienne III, 4, 15 Μαΐου 2002, ανέκδοτο.

[41] Lacan J., Mon enseignement, Seuil, Παρίσι, 2005, σ. 66. Λακάν Ζ., Η διδασκαλία μου, Εκδόσεις Εκκρεμές, 2009, σ. 92.

 

ΤΟ BLOG ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

 

Links

Lacan TV
Radio Lacan
Lacan Quotidien
 

H Παγκόσμια Εταιρεία Ψυχανάλυσης και οι Σχολές