Pierre-Gilles Guéguen

Η ΛΑΚΑΝΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ

Υπάρχει μια πραγματολογική πλευρά της λακανικής ερμηνείας. Παράγει αποτελέσματα που έχουν να κάνουν με την οδύνη του ασθενούς, την απόλαυση του σώματος και τη θέση του υποκειμένου στον κοινωνικό δεσμό. Σας προτείνω να θέσουμε ως στόχο μας για το επόμενο συνέδριο την παρουσίαση αυτών των αποτελεσμάτων.

Πράγματι η ερμηνεία επιλύει τα μπερδέματα του υποκειμένου εντός του συμβολικού, του φαντασιακού και του πραγματικού του σώματος. Σκοπός της είναι να φέρει το υποκείμενο σε μια θέση που «να τα βγάζει πέρα» με αυτό που παραμένει με την κατάληξη ενός ψυχαναλυτικού κύκλου ή μιας ψυχανάλυσης που οδηγήθηκε μέχρι το τέρμα της. Οδηγεί έτσι σε μια μορφή ικανοποίησης.

1) Το υψωμένο δάκτυλο του Αγ. Ιωάννη

Στο γραπτό του «Η καθοδήγηση της θεραπείας», ο Λακάν παραμέρισε το ερμηνευτικό πλέγμα των μεταφροϋδικών ρωτώντας: «Σε ποια σιωπή πρέπει να υποχρεωθεί τώρα ο ψυχαναλυτής ώστε να καταστήσει ορατό πάνω από αυτό το τέλμα το υψωμένο δάκτυλο του Αγίου Ιωάννη του Λεονάρντο ντα Βίντσι, ώστε η ερμηνεία να ξαναβρεί τον ακατοίκητο ορίζοντα του είναι όπου οφείλει να εκδιπλώνεται η υπαινικτική αρετή της;»

Ο Φρόυντ αποτελούσε φυσικά εξαίρεση καθώς δεν εφάρμοζε κανένα προκαθορισμένο πλέγμα, αλλά επινοούσε. Επινοούσε μέσα σε μια μοναξιά, και αυτός ήταν προφανώς ο λόγος που αναρωτιόταν μέχρι τέλους σχετικά με τις κατασκευές που επεξεργάστηκε για τον Άνθρωπο με τους Λύκους, και ειδικά σχετικά με το τι θα έπρεπε να κοινοποιεί στον ασθενή του.

Διαμέσου των μεταφροϋδικών η ερμηνεία μετατράπηκε σε απολίθωμα, που έγινε μια «τεχνική». Ο Λακάν πάσχισε να αποφύγει το να γίνει η διδασκαλία του μια τεχνική. Αυτή ήταν η επιθυμία του κι εμείς προσπαθούμε να είμαστε αντάξιοί της, διότι αποτελεί επίσης μια σύσταση απ’ την πλευρά του.

Γι’ αυτό ο Λακάν υπεράσπισε αρχικά τη σιωπή του αναλυτή, μια σιωπή που δεν σημαίνει ραμμένο στόμα αφού υπεδείκνυε παράλληλα ότι ο αναλυτής πρέπει να πληρώνει με τα λόγια του και με το πρόσωπό του για να είναι στο ύψος του καθήκοντός του. Η παρέμβαση του αναλυτή οφείλει πράγματι να αναδεικνύεται με φόντο τη σιωπή. Παίζει με τις ποιητικές αντηχήσεις στα λόγια του αναλυομένου «αποδομώντας» έτσι την προθετικότητα του λόγου του. Τον εκκενώνει διατρυπώντας τον όπως μια ποιητική μεταφορά.

2) Η τέχνη της αφαιρετικής πρόσληψης

Υπάρχει και κάτι ακόμη στη χαϊντεγκεριανού ύφους φράση σχετικά με το υψωμένο δάκτυλο του Αγίου Ιωάννη του Λεονάρντο ντα Βίντσι. Ο Λακάν δηλώνει έτσι πως η ερμηνεία δεν είναι μια γνώση που ο αναλυτής κατέχει πριν από τη συνάντηση με τον ασθενή και ότι συνεπώς «δεν υπάρχει μεταγλώσσα», δεν υπάρχει Άλλος του Άλλου. Η ερμηνεία έχει την πηγή της σ’ αυτό που λέει ο αναλυόμενος και επιστρέφει πάλι πίσω σ’ αυτό. Ο αναλυτής λοιπόν πρέπει να λειτουργεί «ανάμεσα σε παράθεση και αίνιγμα», προσλαμβάνοντας σημαίνοντα του αναλυομένου ή προκαλώντας ρήξη του νοήματος. Αυτό είναι ένα δεύτερο χαρακτηριστικό της λακανικής ερμηνείας: πηγαίνει κόντρα στο νόημα. Με αυτήν την έννοια πηγαίνει κόντρα στη μεταβίβαση που ωθεί στην αναζήτηση του νοήματος των μορφωμάτων του ασυνειδήτου, που ωθεί επίσης στην εκδίπλωση του αιτήματος και μπορεί να φτάσει στο είδος εκείνο της τρέλας που δηλώνει «προτίμηση για το ασυνείδητο πάνω απ’ όλα». Ας μην παραμελήσουμε ωστόσο τη μεταβίβαση, καθώς αποτελεί το δείκτη της σαρκικής επένδυσης του αναλυομένου στη διαδικασία και τοποθετεί τον αναλυτή στη θέση ενός οποιουδήποτε χρηστικού αντικειμένου. Ούτε θα ήταν σωστό, υπό το πρόσχημα της παρεμπόδισης του νοήματος, να αποτρέψουμε τον ελεύθερο συνειρμό επιχειρώντας μια αναγκαστική επίσπευση της καταληκτικής φάσης, ιδιαίτερης για κάθε υποκείμενο.

Το 18ο Σεμινάριο διευκρινίζει εκείνο που ο Λακάν διατύπωνε ήδη στην «Καθοδήγηση της θεραπείας» επισημαίνοντας πως αυτό που πραγματικά αντιτίθεται στο νόημα δεν είναι το μη-νόημα, αλλά το αποκαλούμενο «Γράμμα». Η αναλυτική ερμηνεία, ιδωμένη απ’ αυτήν την σκοπιά, στοχεύει μάλλον στο να ξεχωρίσει αυτό που κατατίθεται σα γράμμα, δηλαδή το σημαίνον ή τα σημαίνοντα στα οποία το υποκείμενο υποτάχθηκε εξαιτίας των απρόοπτων συναντήσεών του με την απόλαυση. Εξού και η προσπάθεια του Λακάν να δώσει έμφαση στην τομή που παράγει «αυτό που διαβάζεται μέσα σ’ αυτό που ακούγεται» για τον αναλυόμενο, και τούτο με φόντο αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί.

Με αυτόν τον τρόπο ο αναλυτής είναι στη θέση εκείνου που συντάσσει τα λεγόμενα του αναλυομένου (σύμφωνα με μια εξαιρετικά εύστοχη έκφραση του Ζακ-Αλέν Μιλλέρ). Τομή, στίξη, βραχεία συνεδρία βαδίζουν όλες στην ίδια κατεύθυνση, που είναι επίσης η συρρίκνωση του νοήματος –νοήματος που το ασυνείδητο, από τη στιγμή που θα εγκατασταθεί η μεταβίβαση, έχει την τάση να πολλαπλασιάζει. Ωστόσο, η τομή δεν είναι αυθαίρετη. Επιχειρεί να δημιουργήσει ένα σημείο διαρραφής της συνάντησης. Θέτει δηλαδή ένα πέρας την ίδια στιγμή που αποχωρίζει. Διεκδικεί να οδηγήσει σε κατάληξη.

3) Η πράξη που αλλάζει το υποκείμενο

Από το 1967 και μετά ο Λακάν αντικαθιστά τη φροϋδική έννοια της ερμηνείας με την έννοια της πράξης. Πρόκειται για σημείο καμπής στη διδασκαλία του, ακόμα κι αν φαίνεται κάποιες φορές να επιστρέφει σε μια προηγούμενη αντίληψη. Όπως μας το υπενθύμισε το 1995 ο Ζακ-Αλέν Μιλλέρ με τρόπο που προκάλεσε αίσθηση: το ασυνείδητο ερμηνεύει (και ψεύδεται κατά περίσταση).

Το αποτέλεσμα ήταν ότι έτσι η ψυχανάλυση άλλαξε. Στον ψυχαναλυτή λοιπόν αναλογεί η πράξη, ό,τι δηλαδή από την πλευρά του επιτρέπει την τροποποίηση, το θεαματικό μερικές φορές περιορισμό της σχέσης του υποκειμένου με την απόλαυση - σχέση που ονομάζουμε σύμπτωμα. Από την άλλη, ο ρόλος της ερμηνείας του εν λόγω συμπτώματος αναλογεί στο ασυνείδητο, το οποίο βρίσκεται στην πλευρά του ίδιου του ασθενούς που αναζητάει την αλήθεια και χειρίζεται το νόημα ακόμα και ανάμικτο με απόλαυση. Τίποτα δεν αποκλείει να είναι η πράξη του αναλυτή μια γλωσσική πράξη (με την έννοια του Βρετανού φιλοσόφου J.-L. Austin), αλλά και τίποτα δεν το υπαγορεύει. Την αντιμετωπίζω κυρίως σα μια πράξη που δημιουργεί για το ασυνείδητο του ασθενούς τη θέση όπου μπορεί να απευθυνθεί (ο Ερίκ Λοράν το επισημαίνει σχετικά με τον αυτισμό, στο άρθρο του «Ο κώδικας του αυτισμού», στο περιοδικό Le Nouvel Âne τεύχος 8).

Έτσι, η λακανική ερμηνεία κατ’ ουσία φαίνεται να είναι ζήτημα έμπρακτης καταγραφής μιας δήλωσης του ασθενούς, που αλλάζει το σύμπτωμα. Εδώ το πρόσωπο του αναλυτή, η υποτιθέμενη γνώση του, υποχωρούν μπροστά στο πώς ξέρει «να τα βγάζει πέρα» με τη μεταβίβαση του αναλυομένου, με την επένδυση της ενόρμησης που είναι ενεργής κατά τη συνεδρία. Κάθε αναλυόμενος είναι πριν απ’ οτιδήποτε άλλο ένας άστεγος, ένα υποκείμενο σε κατάσταση αβεβαιότητας, και η ψυχανάλυση του δίνει μια διεύθυνση, μια κατοικία, έναν τόπο όπου θα κατοικήσει με τη δική του γλαλώσσα (lalangue). Πρέπει να γίνει ξεκάθαρο στον αναλυόμενο, που εμπλέκεται αρκετά μακριά μέσα στην εμπειρία, ότι η γλαλώσσα του είναι ένα πέπλο με το οποίο έχει καλύψει την τρύπα του τραύματος, ένα S1.

4) Πέρα από το μεταβιβασιακό ασυνείδητο

Ο όψιμος Λακάν μας βάζει σε ένα δρόμο που ο Ζακ-Αλέν Μιλέρ, εδώ και αρκετά χρόνια, μας έχει προσκαλέσει να ακολουθήσουμε, δηλαδή στον τελευταίο και τον πολύ τελευταίο Λακάν. Αυτός ο δρόμος υποδεικνύει ότι το ασυνείδητο-ερμηνευτής που επιτρέπει την τροποποίηση του συμπτώματος (δηλαδή τη ρύθμιση ανάμεσα σε σώμα, απόλαυση και κοινωνικό δεσμό) έχει το ίδιο ένα όριο. Από τη μια, η γνώση που το ασυνείδητο εκδιπλώνει δεν έχει ιδιαίτερη χρησιμότητα πέρα από την ανάλυση, που σημαίνει επανόρθωση υπό μεταβίβαση του συμπτώματος κάποιου. Από την άλλη, κάθε μονοσήμαντη πόλωση της γνώσης του ασυνειδήτου από την αλήθεια «για όλους» τίθεται υπό αμφισβήτηση από τον Λακάν. Ποια είναι τότε η θέση της ερμηνείας;

Θα το εξετάσω πρώτα από την σκοπιά της εμπειρίας που αφορά τον ψυχαναλυόμενο. Το ότι το ασυνείδητο αγγίζει το πραγματικό (γίνεται πραγματικό) νομίζω ότι υποδηλώνει την τελική έκβαση όπου το σύμπτωμα έχει συρρικνωθεί επαρκώς ώστε να μη δίνει πλέον στα μορφώματα του ασυνειδήτου αξία χρησμού και ότι η οδύνη από το σύμπτωμα έχει γίνει ανεκτή για το σώμα. Ο Λακάν το αναφέρει, για παράδειγμα, όταν μιλά για τον τέταρτο δακτύλιο που είναι το σύνθωμα.

Όσον αφορά τον αναλυτή, θα ήθελα να προτείνω την ακόλουθη διατύπωση που θα μπορούσε να συμπυκνώσει τη σχέση του με την πράξη: «Πράξε έτσι ώστε γνώμονας της πράξης σου να είναι το να μην μπεις στη θέση του ασυνειδήτου». Στόχο σου να έχεις την ενσάρκωση της κενής θέσης που υποδείκνυε ο Άγιος Ιωάννης του Λεονάρντο, άφησε τον αναλυόμενο να δείχνει εμπιστοσύνη, όσο καιρό μπορεί, στο σύνθωμα που έχει επινοήσει.

Το στοίχημα κορώνα ή γράμματα, όπως λέει ο Πασκάλ, είναι σ’ αυτήν την περίπτωση ότι το σύνθωμα, η επινόηση του ίδιου του αναλυόμενου, είναι ο καλύτερος δυνατός τρόπος για να αρθρωθούν το συμβολικό, το φαντασιακό και το πραγματικό και ειδικά για να καταστεί συνεκτικό το πραγματικό της απόλαυσης του σώματος.

Μπορούμε να πούμε πως με τη λακανική ερμηνεία επιτελείται ένα θαύμα. Παράγει στο πεδίο της ομιλίας, που υποστηρίζεται από τη συνάντηση δυο σωμάτων στο πλαίσιο της φροϋδικής συνθήκης και υπό καθεστώς μεταβίβασης, το ειδικό σωματοσυμβάν που καταπραΰνει την απόλαυση και την καθιστά αποδεκτή και ζωντανή. Επιτρέπει έτσι την αποδέσμευση από την αναζήτηση νοήματος που η μεταβίβαση εγκαινιάζει και καθοδηγεί. Και το λέμε άλλη μια φορά μετά από τον Λακάν και μαζί του: προμηθεύει στον αναλυόμενο το μέσον για να ξέρει πώς να τα βγάζει πέρα με το σύνθωμά του.

Pierre-Gilles Guéguen
Μετάφραση: Νίκος Οικονομίδης

 

Links

Lacan TV
Radio Lacan
Lacan Quotidien
 

H Παγκόσμια Εταιρεία Ψυχανάλυσης και οι Σχολές