Ας μιλήσουμε για το Καρτέλ: μια παρουσίαση

 

Από την Ελένη Μόλαρη

 

Ξεκινώντας μια παρουσίαση του καρτέλ θα πρέπει καταρχήν να επισημάνουμε ότι ο Λακάν, στο κείμενο της ίδρυσης της Σχολής του το 1964, είχε επιφορτίσει αυτήν την ιδιότυπη ομάδα με το κομβικό έργο της επιτέλεσης της εργασίας. Παραθέτω : «Για την εκτέλεση της εργασίας, θα υιοθετήσουμε την αρχή της εντατικής επεξεργασίας σε μικρή ομάδα». Δεν παρέλειψε, δε, να το επανεισάγει και μάλιστα να προχωρήσει στην τυποποίησή του το 1980 (στιγμή διάλυσης και επανασύστασης της Σχολής του). Άρα ένα πρώτο ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο είναι ότι ο Λακάν θεωρεί το καρτέλ άρρηκτα συνδεδεμένο με την ύπαρξη της Σχολής και την εργασία στα πλαίσια αυτής.

 

Εισαγωγή

Ο Λακάν, ως γνήσιος συνεχιστής του Φρόιντ, συνεχίζει στο δρόμο του και επιδεικνύοντας την ίδια αμέριστη έγνοια που είχε και εκείνος, επιδιώκει να κοινωνικοποιήσει τον ψυχαναλυτή, να επινοήσει έναν κοινωνικό δεσμό που να του αρμόζει και που να μην είναι της τάξης της ταύτισης, και έτσι προχωράει τη ζύμωση αφενός πάνω στο ζήτημα μιας Σχολής ψυχανάλυσης, η οποία διέπεται πάντα από το ερώτημα «τι είναι ένας ψυχαναλυτής» και αφετέρου πάνω στο ζήτημα της εκπαίδευσης στα πλαίσια του ψυχαναλυτικού πεδίου. Ο Φρόιντ εξάλλου θεωρούσε πάντα την ψυχανάλυση, εκτός από μια μέθοδο, και ένα προς υπεράσπιση αίτιο (όπως μαρτυρά πολλάκις η αλληλογραφία του με τον Άμπραχαμ). Εξ ου η Σχολή του Φροϋδικού Αιτίου που έχει σκοπό τη διάδοση του ψυχαναλυτικού λόγου, ενός λόγου που εντέλει στρατεύεται ενάντια στη δυσφορία μέσα στον πολιτισμό, αλλά και ενάντια στη δυσφορία του ψυχαναλυτή.

Το στίγμα της Σχολής του Λακάν δίνεται σήμερα από την Passe και από το καρτέλ, δύο λειτουργίες που συμπυκνώνουν το πνεύμα μιας Σχολής ψυχανάλυσης στα πλαίσια της οποίας δραστηριοποιούνται «αποφασισμένοι εργάτες» (travailleurs décidés), ένας-προς-έναν, ο καθένας με τον τρόπο του ορμώμενος από την επιθυμία του, όπως αυτή αναδεικνύεται μέσα από την προσωπική του ανάλυση. Και αφενός η Passe είναι η διαδικασία που προτείνει ο Λακάν για το τέλος της ανάλυσης, η οποία προϋποθέτει μια κάποια μεταβίβαση προς τον θεσμό της σχολής, αφετέρου το καρτέλ είναι ένας τρόπος αυτό-διδασκαλίας που αρμόζει στα πλαίσια του θεσμού. Ανατρέχοντας στην Ιδρυτική Πράξη του 1964, αυτό που αποκαλούσε ο Λακάν «εργασία της Σχολής» συμπεριλάμβανε την επανάκτηση του φροϋδικού πεδίου και την επανόρθωση της αλήθειας της ψυχανάλυσης. Το καρτέλ είναι ο κατεξοχήν τόπος, που προτείνει η Σχολή, για την παραγωγή γνώσης ˙ επικεντρώνεται, δε, στην ενδελεχή μελέτη των κειμένων του Λακάν και έχει ως στόχο την παραγωγή έργου εκ μέρους των μελών του.

Πολλοί ήταν εκείνοι που έγραψαν και στοχάστηκαν πάνω στο καρτέλ. Ο στοχασμός πάνω σ’ αυτό έχει να κάνει με το πώς μπορεί να νοηθεί η παραγωγή γνώσης μέσα στο πεδίο που μας ενδιαφέρει (το ψυχαναλυτικό) λαμβάνοντας υπόψη την επίπτωση του ασυνειδήτου. Πώς νοείται η εκπαίδευση της ψυχανάλυσης ή με άλλα λόγια πώς μπορεί να νοηθεί η μετάδοση γνώσης στα πλαίσια της ψυχανάλυσης, μιας γνώσης που συνδέεται άρρηκτα με την επιθυμία.

 

Προϊστορία

Θα ήταν σκόπιμο να δούμε καταρχήν πώς κατέληξε ο Λακάν στην ιδέα αυτής της μικρής ομάδας των τουλάχιστον 3, το πολύ 5, με 4 να είναι ο πλέον αρμόζων αριθμός, Συν-Ένας. Η ιδέα του καρτέλ στον Λακάν δεν ήταν αποτέλεσμα παρθενογένεσης, αλλά αποτέλεσμα της πορείας του ως ψυχιάτρου και ψυχαναλυτή μέσα στον κόσμο και στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Οι δύο μείζονες αναφορές του, έτσι όπως μπορέσαμε να τις σταχυολογήσουμε μέσα από τα διάφορα κείμενα αναφοράς, είναι αφενός οι μικρές ομάδες που είχαν συγκροτήσει οι Μπίον και Ρίκμαν στην Αγγλία κατά την διάρκεια του 2ου Παγκόσμιου Πολέμου και οι φοιτητικές ομάδες αυτό-εκπαίδευσης της δεκαετίας του 60 στα γαλλικά πανεπιστήμια. Οι πρώτες ήταν ομάδες με σκοπό την αντιμετώπιση της ψυχικής κατάρρευσης των στρατιωτών και λειτουργούσαν με βάση την εισαγωγή κάποιου έργου, κάποιου κοινού στόχου σε μια περιορισμένου αριθμού ατόμων ομάδα όπου όλοι είναι στο ίδιο επίπεδο, για την ενεργοποίηση μιας "οριζόντιας ταύτισης" των ατόμων μεταξύ τους, και όχι πλέον κάθετης με τον αρχηγό, τον υποκινητή, όπως την είχε επισημάνει ο Φρόιντ για τη λειτουργία των μαζών (εκκλησία, στρατός). Ο Λακάν υιοθετώντας αυτό το σχήμα εξηγούσε ότι ήταν πρόσφορο έδαφος προκειμένου στη μικρή ομάδα - όπως εξάλλου και στην υστερικού τύπου ταύτιση- να υπάρξει ταύτιση με την επιθυμία του Άλλου, με άλλα λόγια με αυτό που είναι στην καρδιά, στο κέντρο του κόμβου, δηλαδή τη θέση του αντικειμένου (α) αυτού του αντικειμένου που είναι αίτιο της επιθυμίας, όπως το είχε ορίσει.

Οι δεύτερες διέπονταν από ένα ανατρεπτικό πνεύμα και συγκροτούνταν μόνο από φοιτητές χωρίς την παρουσία ενός καθηγητή-αυθεντία, και παρουσιάζονταν ως το αντίπαλο δέος στην από καθ’ έδρας διδασκαλία, που την θεωρούσαν αυταρχική και ξεπερασμένη ˙ απαιτούσαν μάλιστα την επίσημη αναγνώριση από το πανεπιστήμιο. Εξάλλου στη συγκρότηση αυτής της ομάδας από τον Λακάν ίσως έχουμε τον απόηχο της ομάδας Μπουρμπακί (μια ομάδα μαθηματικών που πήρε το ψευδώνυμο ενός υποθετικού συγγραφέα και που παρήγαγε τη θεωρία των συνόλων), καθώς και μιας θεατρικής ομάδας των δεκαετιών 20 και 30 αποτελούμενης από ανθρώπους του θεάτρου της εποχής μεγάλου γοήτρου, οι οποίοι συναντιόντουσαν σε ομάδες 4 ατόμων προκειμένου να συζητήσουν θέματα δημιουργίας και σκηνοθεσίας (υπάρχει μια ιδρυτική πράξη των ‘καρτέλ’ τους υπογεγραμμένη το 1927).

Άρα λοιπόν θα μπορούσαμε να πούμε ότι η μικρή ομάδα του Λακάν είχε μια ιστορία ψυχαναλυτική και μια ιστορία πανεπιστημιακή, σε συνδυασμό με άλλους τομείς των ενδιαφερόντων του. Αυτό που έχει σημασία για τον ίδιο είναι να ανακατέψει κανείς με αποτελεσματικό τρόπο υποκείμενα, αναλυτές ή αναλυτές υπό διαμόρφωση, ψυχαναλυτές ή όχι, άτομα που τους ενδιαφέρει η υπόθεση της ψυχανάλυσης, γύρω από ένα σχέδιο εργασίας επικεντρωμένο στην «ψυχανάλυση». Βρίσκει ότι μέσα στους δύο λόγους, τον αναλυτικό και τον πανεπιστημιακό, η μικρή ομάδα είναι ένας τρόπος για να παλέψει κανείς ενάντια στις δυσκολίες που προέκυπταν από την ιδεώδη ταύτιση διαμέσου της ταύτισης στην ομάδα (ή καλύτερα με ένα στοιχείο της ομάδας), καθώς επίσης και έναν τρόπο να παλέψει ενάντια στη δυσφορία της ταύτισης προς τον κύριο, ενάντια στη δυσφορία του να «πρέπει να περάσει κανείς από τα σημαίνοντά του» (απαραίτητος, παρ’όλ’αυτά, δρόμος προκειμένου να καταστήσει κανείς τα σημαίνοντα αυτά «δικά του»).

 

Μεταβίβαση εργασίας

Στη συνημμένη Σημείωση της Ιδρυτικής Πράξης της Σχολής, ο Λακάν αναφέρει με κάθετο τρόπο: «Η διδασκαλία της ψυχανάλυσης δεν μπορεί να μεταδοθεί από ένα υποκείμενο σε ένα άλλο παρά μόνο μέσω των διαύλων της μεταβίβασης εργασίας.» Ρήση ίσως αινιγματική, αλλά που θα δούμε στη συνέχεια να αποκτά όλη τη βαρύτητα και εμβέλειά της.

Η έκφραση «μεταβίβαση εργασίας» πρέπει να γίνει κατανοητή, ως η συνάρθρωση επιθυμίας και γνώσης, αναγκαία για τη μετάδοση της ψυχανάλυσης. Πώς εμπλέκεται η επιθυμία με τη γνώση; Αφενός πρόκειται για μια γνώση η οποία αφορά την επιθυμία του ψυχαναλυτή «τι θέλει;» και αφετέρου η επεξεργασία γνώσης σχετικά με την επιθυμία του ψυχαναλυτή αφορά άμεσα το υποκείμενο (ψυχαναλυόμενο, ψυχαναλυτή ή αποφασισμένο εργάτη ενδιαφερόμενο για την ασκούμενη ψυχανάλυση): το υποκείμενο καταθέτει εκεί την ίδια του την επιθυμία. Πιο συγκεκριμένα το υποκείμενο που θεωρεί τον εαυτό του ψυχαναλυτή καλείται να «αποσαφηνίσει» για λογαριασμό του την επιθυμία του ψυχαναλυτή: δηλαδή τη γνώση που είναι ικανή να την υποστηρίξει.

Άρα μπορούμε μέχρι στιγμής να πούμε ότι στο καρτέλ ενδιαφερόμαστε για τη διδασκαλία της γνώσης της ψυχανάλυσης (που δεν είναι μια ανώνυμη γνώση, είναι μια γνώση που η αναφορά της είναι πάντα υποκειμενική, στο βαθμό που δεν υπάρχει ψυχανάλυση χωρίς υποκείμενο) μέσω της μεταβίβασης εργασίας, που με τη σειρά της δεν είναι καθόλου αυτονόητη και οφείλει να παραχθεί μέσω του μηχανισμού του καρτέλ, προκειμένου να έχουμε το διακυβεύον επιτέλεσμα. Επιτέλεσμα που μπορούμε να διατυπώσουμε ότι είναι να αρθρώσει ο επίδοξος ψυχαναλυτής την υποκειμενική του σχέση με το ψυχαναλυτικό αίτιο.

Για να επανέλθουμε στον κοινό στόχο (της μικρής ομάδας των Μπιόν και Ρίκμαν), ο στόχος εργασίας που συνδέει τα μέλη του καρτέλ είναι το προϊόν που προκύπτει από την επεξεργασία της γνώσης, «ιδιαίτερο προϊόν του καθενός», που ο καθένας παράγει με τη δουλειά του εφόσον κινητοποιείται να εργαστεί από κάποιο δικό του ερώτημα. Άρα πρόκειται για το προϊόν επεξεργασίας της μη-γνώσης του καθενός.

 

Συν-Ένας

Το μείζον ερώτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι ο μηχανισμός μέσω του οποίου το καρτέλ επιτελεί τη λειτουργία του ή αλλιώς πώς παράγεται η μεταβίβαση εργασίας στα πλαίσια ενός καρτέλ. Και εδώ ερχόμαστε να αναδείξουμε τη λειτουργία του Συν-Ενός, για την οποία έχει ειπωθεί ότι είναι η κατεξοχήν ανακάλυψη του Λακάν σε σχέση με τις μικρές ομάδες (μαζί με την εναλλαγή που θα προσθέσει το 1980). Ο Λακάν στην Ιδρυτική Πράξη του 1964 γράφει ότι ο Συν-Ένας είναι επιφορτισμένος με την επιλογή, τη συζήτηση και τον προορισμό που επιφυλάσσεται στην εργασία εκάστου μέλους. Στο απόσπασμα του σεμιναρίου του στις 11/3/1980, όπου ο Λακάν προβαίνει στην τυποποίηση του καρτέλ, στο σημείο 2 λέει για τον Συν-Ένα: η σύνδεση των τεσσάρων γίνεται γύρω από ένα Συν-Ένα, ο οποίος μπορεί μεν να είναι οποιοσδήποτε πρέπει όμως να είναι κάποιος. Έργο του είναι να μεριμνά σχετικά με τις επιπτώσεις που ενέχει η επιχείρηση και να προκαλεί τη διεργασία τους.

Ο Μιλέρ χρησιμοποιεί μια ωραία έκφραση, που περιγράφει εν ολίγοις τη λειτουργία του Συν-Ενός: ο υποκινητής-που-προκαλεί. Ο Συν-Ένας έχει σίγουρα μια ευθύνη καθοδήγησης. Πώς ασκείται, όμως, αυτή η ευθύνη;

Μπορούμε να πούμε ότι ο Συν-Ένας αντιπροσωπεύει ένα «θέλω να λειτουργήσει», στο οποίο εμπλέκονται και οι υπόλοιποι, ταυτίζονται με την επιθυμία του. Εργάζεται κι αυτός εξίσου, χωρίς να παραμένει παθητικός παρατηρητής, να κάνει ότι δεν καταλαβαίνει. Η στάση του «δεν καταλαβαίνω» αρμόζει στη στάση του αναλυτή. Αν, λοιπόν, οι συμμετέχοντες στο καρτέλ προτείνουν σε έναν αναλυτή να παίξει τον ρόλο του Συν-Ένα και αυτός διατηρήσει αυτή τη θέση στα πλαίσια του καρτέλ, τότε το αποτέλεσμα είναι οι συμμετέχοντες να αερολογούν και το μοναδικό αποτέλεσμα θα είναι η καταγγελία κάποιων κύριων σημαινόντων. Ο Μιλέρ μας διδάσκει ότι αυτό είναι ένα αμελητέο αποτέλεσμα. Επίσης αν απευθυνόμαστε στον Συν-Ένα ως έναν Κύριο, αυτός δεν μπορεί να κάνει να παραχθεί τίποτε νέο, αφού μπορεί να κινητοποιεί μόνο την προϋπάρχουσα, ήδη κατεκτημένη, γνώση. Μην ξεχνάμε ότι το καρτέλ είναι ο τόπος παραγωγής γνώσης και μάλιστα γνώσης ως προϊόν ιδιαίτερο του καθενός συμμετέχοντα (συμπεριλαμβανομένου και του Συν-Ενός). Για να έχουμε παραγωγή κάποιας γνώσης σαν αποτέλεσμα, η προϋπόθεση είναι να βάλουμε ένα διαγραμμένο υποκείμενο στη θέση του Συν-Ένα. Αυτό λοιπόν σημαίνει ότι προτείνεται ως δομή του καρτέλ η δομή του υστερικού λόγου. Ο Συν-Ένας οφείλει να έρθει με ερωτηματικά, με απορίες, να αναδεικνύει τυφλά σημεία. Αυτό προϋποθέτει ότι αρνείται να είναι ο Κύριος που στρώνει στη δουλειά, "ο ένας που ξέρει", ή ο ψυχαναλυτής μέσα στο καρτέλ. Διατηρείται έτσι ανοικτή αυτή η δομική θέση έλλειψης ως προς τη γνώση, που παρακινεί την επιθυμία του κάθε υποκειμένου να μάθει κάτι. Ο Συν-Ένας μάλλον είναι ο δείκτης μιας "μη-όλης" γνώσης, διαφυλάσσοντας με λίγα λόγια μια έλλειψη.

Ας επανέλθουμε τώρα στην επιθυμούμενη ταύτιση με την ομάδα, την οποία μόλις είδαμε ότι συσχετίζεται με τη λειτουργία του Συν-Ενός. "Αυτό που θέλω", λέει ο Λακάν στο R.S.I. "είναι η ταύτιση με την ομάδα, με ένα σημείο της ομάδας". Έτσι, αυτό που ο Λακάν στόχευε ειδικά με το καρτέλ είναι σε μια ταύτιση με την ομάδα, αλλά στο σημείο που η ομάδα θεμελιώνεται, όχι πάνω στην ίδια μέσω του φαντασιακού ενός ομαδικού πνεύματος ούτε μέσω της ταύτισης με τον ηγέτη, προκειμένου έτσι να ελαχιστοποιηθούν τα φαινόμενα της ομαδοποίησης. Δε μένει τότε στον Συν-Ένα, κατ' αυτήν την αντίληψη, παρά να εξασκήσει τη λειτουργία του, που συνίσταται πάνω απ' όλα στο να προκαλεί μια επεξεργασία εξειδικευμένη για τον καθένα.

Αν, λοιπόν, με βάση όλα τα ανωτέρω προσπαθήσουμε να γράψουμε το «μηχανισμό», αν μπορούσαμε να πούμε έτσι, που οφείλει να μπαίνει σε λειτουργία στο καρτέλ προκειμένου να ικανοποιηθεί το διακύβευμά του, ξεκινάμε από τον λόγο της υστερικής ως εφαλτήριο, όπου από το διαγραμμένο υποκείμενο (Συν-Ένας) στοχεύουμε το/τους S1 (οι αποτελούντες το καρτέλ, οι οποίοι εμπλέκονται ο καθένας ως εργαζόμενοι, ως κύρια σημαίνοντα, όχι ως ειδήμονες, αλλά ο καθένας με το κύριο και ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του), οι οποίοι παράγουν S2 (ως επεξεργασμένη γνώση, προϊόν εργασίας). Τι γίνεται με το α, το αίτιο της επιθυμίας, που στον λόγο της υστερικής βρίσκεται κάτω από το διαγραμμένο υποκείμενο; Εξυπονοείται, μεν, στον υποκινητή που προκαλεί, όπου με την αγαλματική όψη του αποτελεί και το σημείο έλξης αρχικά για τους συμμετέχοντες στο καρτέλ, αλλά προκειμένου να παραχθεί το μείζον επιτέλεσμα της μεταβίβασης εργασίας, οφείλει να μετακινηθεί μπροστά από τον υποκινητή και να κάνει και αυτόν να δουλεύει. Μπορούμε να γράψουμε : α → $ → S1. Το αίτιο της επιθυμίας στα πλαίσια ενός ορθώς λειτουργούντος καρτέλ ενέχει τη μετάθεση της αγαλματικής αξίας της γνώσης στη μη-γνώση. Η μεταβίβαση εργασίας, έτσι όπως την οργανώνει το καρτέλ, υπαγορεύοντας στο υποκείμενο την υπεύθυνη εκφορά του λόγου του και την ανάληψη δεσμεύσεων, και έτσι όπως ο Συν-Ένας οφείλει να την προωθήσει, προάγει αυτή τη μη-γνώση.

Άρα για να επανέλθουμε στην ρήση του Λακάν για τη μεταβίβαση εργασίας, που αναφέραμε ανωτέρω, όλη η υπόθεση στηρίζεται σε αυτό το αβέβαιο, αλλά επιθυμητό και αναγκαίο, πέρασμα από την αγάπη (η μεταβίβαση ικανοποιείται με την αγάπη) στην εργασία (μια μεταβίβαση που να ικανοποιείται με την εργασία), το οποίο μπορεί να επιτελεστεί μόνο μέσω της ταύτισης του καθενός συμμετέχοντα με την ομάδα εργασίας, λειτουργία που επαφίεται στον Συν-Ένα.

 

Μια "άλλη" γνώση

Ο Λακάν, με την επινόηση του Καρτέλ, κάνει ώστε στο επίκεντρο της όλης διαδικασίας πρόσκτησης της γνώσης μέσα στο ψυχαναλυτικό πεδίο να βρίσκεται τελικά το υποκειμενικό διακύβευμα του καθενός. Τόσο στην προσωπική ανάλυση όσο και στο καρτέλ δε μιλάμε για ένα απάνθισμα μιας πλήρους γνώσης, που απλά μεταφέρεται, αλλά για την αποκρυπτογράφηση του ασυνειδήτου και των θεμελιωδών κειμένων σε συνάρτηση με το ερώτημα του υποκειμένου. Κάτι από το υποκείμενο διαρρηγνύει την γνώση και τη μεταλλάσσει σε «ίδιο προϊόν» του καθενός. Στα πλαίσια του ψυχαναλυτικού λόγου δε νοείται γνώση χωρίς επιθυμία ή επιθυμία χωρίς γνώση. Το πρώτο προϋποθέτει την προσωπική ανάλυση (να γίνει κάποιος υποκείμενο του ψυχαναλυτικού λόγου, δηλαδή αναλυόμενος), το δεύτερο προϋποθέτει τη μεταβίβαση εργασίας, όπως αναπτύξαμε.

Έτσι επιδιώκεται μια νέα σχέση με τη γνώση, ίδια της εκφοράς - εντέλει της επιθυμίας - του υποκειμένου, με αποτέλεσμα την απόκτηση ενός ξεχωριστού στυλ, όπως έλεγε ο Λακάν, ενός στυλ εργασίας του καθενός με επίκεντρο αυτό το ανείπωτο του αντικειμένου στην καρδιά του ψυχαναλυτικού αιτίου.

 

Σχόλιο αντί επιλόγου

Τελειώνοντας να επισημάνουμε το εξής: ο Λακάν θεωρούσε ότι το καρτέλ θα έπρεπε να είναι ο τόπος παραγωγής εργασιών στα πλαίσια της Σχολής. Εξ ου και η επιφόρτιση του Συν-Ενός με την επιλογή, τη συζήτηση και τον προορισμό που επιφυλάσσεται στην εργασία του καθένα. Παρατηρούμε ότι σήμερα δε γίνεται ακριβώς έτσι. Η Σχολή πια δεν είναι η ολιγάριθμη Σχολή του 1964, ούτε του 1980. Υπάρχουν 7 Σχολές, αντίστοιχες Διευθύνουσες Επιτροπές και οι κατά τόπους εταιρείες ή προσαρτημένες ομάδες. Η επιλογή των εργασιών, που θα παρουσιαστούν ή που θα εκδοθούν, γίνεται από τις Επιτροπές. Ο Μιλέρ απέναντι σε αυτό το πλήθος και στην αυξανόμενη δυσκολία να «αναγνωριστεί» η εργασία κάποιου, προβάλλει την αναγκαιότητα εργασίας στα πλαίσια του καρτέλ, όπου η εργασία του οποιουδήποτε αποφασισμένου εργάτη ακούγεται, συζητιέται, κριτικάρεται, αναπλάθεται και εντέλει αναγνωρίζεται. Ιδού το καρτέλ ως όπλο ενάντια στη μοναξιά του ψυχαναλυτή. Ας μην υποχωρούμε, λοιπόν, ας συμμετέχουμε σε καρτέλ, ας δουλεύουμε ο «καθένας μόνος του» μαζί.

 

 

Links

Lacan TV
Radio Lacan
Lacan Quotidien
 

H Παγκόσμια Εταιρεία Ψυχανάλυσης και οι Σχολές