Η ερμηνεία: από την αλήθεια στο συμβάν

   Ερίκ Λωράν

Μόλις αναφερόμαστε στην ερμηνεία ανακύπτει μια παρεξήγηση. Το δίπολο κείμενο-ερμηνεία μας παραπλανά. Πέφτουμε κατευθείαν στην αυταπάτη πως η γλώσσα του ασυνειδήτου θα μπορούσε να υπάρχει και πως θα μπορούσε να ζητάει μια μεταγλώσσα, την ερμηνεία. Ο Λακάν δεν σταμάτησε ποτέ να διατρανώνει πως η εμπειρία της ψυχανάλυσης του επέτρεπε να διαβεβαιώνει όχι μόνο πως δεν υπήρχε μεταγλώσσα αλλά και πως αυτή η διαπίστωση έδινε τη μόνη ευκαιρία για να προσανατολιστεί κανείς σωστά μέσα σε αυτή την εμπειρία. Δύο θεμελιακές προτάσεις απορρέουν από αυτό. Η επιθυμία δεν είναι η μεταγλωσσική ερμηνεία μιας προϋποτιθέμενης συγκεχυμένης ενόρμησης. Η επιθυμία είναι η ερμηνεία της. Και τα δύο αυτά πράγματα είναι του ίδιου επιπέδου. Μια δεύτερη πρόταση πρέπει να προστεθεί: «Οι ψυχαναλυτές είναι  μέρος του ασυνειδήτου αφού είναι οι αποδέκτες του.»[1] Ο ψυχαναλυτής μπορεί να στοχεύσει διάνα μόνο αν σταθεί στο ύψος της ερμηνείας που διενεργεί το ασυνείδητο δομημένο ήδη σαν γλώσσα. Και πάλι όμως πρέπει να μην αναγάγουμε αυτήν τη γλώσσα στη μηχανιστική αντίληψη που μπορεί να έχει για αυτήν η γλωσσολογία. Πρέπει να της προσθέσουμε την τοπολογία της ποιητικής. Η ποιητική λειτουργία φανερώνει πως η γλώσσα δεν είναι πληροφορία αλλά αντήχηση, και αναδεικνύει την ύλη που συνδέει τον ήχο με το νόημα. Αποκαλύπτει εκείνο που ο Λακάν ονόμασε «λεξυλισμό», που στο κέντρο του περικλείει ένα κενό.

 

 Το κενό και το υποκείμενο

Τα Σεμινάρια ανοίγουν με το ζήτημα της ερμηνείας ως πρακτικής που φέρνει στο φως το κεντρικό κενό της γλώσσας. Οι πρώτες σειρές του πρώτου Σεμιναρίου λένε: «Ο κύριος (ο δάσκαλος) διακόπτει τη σιωπή με ό,τι να 'ναι, έναν σαρκασμό, μια κλωτσιά. Έτσι προχωράει στην αναζήτηση του νοήματος ένας βουδιστής δάσκαλος, σύμφωνα με την τεχνική του Ζεν. Επαφίεται στους ίδιους τους μαθητές να αναζητήσουν την απάντηση στα δικά τους ερωτήματα. Ο δάσκαλος δεν διδάσκει από καθέδρας μια γνώση ήδη έτοιμη, δίνει την απάντηση όταν οι μαθητές βρίσκονται στο κατώφλι της έτοιμοι να την βρουν οι ίδιοι.»[2]

Δεν πρέπει να μπερδευόμαστε! Οι παραπάνω γραμμές δεν αφορούν μόνο τη μορφή που πρέπει να παίρνει η διδασκαλία γενικά, στοχεύουν την αναλυτική ερμηνεία στην πρακτική της την πλέον ριζωμένη στην εμπειρία της ψυχανάλυσης. Θα το δούμε παρακάτω. Ας δεχτούμε εδώ αυτή τη σύνδεση ανάμεσα στην ερμηνεία και το «ό,τι να 'ναι», με την πλέον ευρεία έννοια, το ετερογενές. Θα ακολουθήσουμε έτσι πιο εύκολα την εξέλιξη του στοχασμού του Λακάν πάνω στην ερμηνεία, από την πρώτη του διδασκαλία μέχρι να οδηγηθεί, με την τελευταία του διδασκαλία, να «περάσει στο ανάποδο» της ερμηνείας, σύμφωνα με την προβληματική που έφερε στην επιφάνεια ο Ζακ-Αλέν Μιλέρ. Σε αυτή τη νέα και άκρως ριζοσπαστική προοπτική, ο Λακάν θα οδηγηθεί να βασίσει την ίδια τη δυνατότητα της ερμηνείας σε μια καινούργια εστία του λεγομένου[3], σε μια νέα διάσταση, ετερογενές μείγμα του σημαίνοντος και του γράμματος. Αυτή η καινούργια διάσταση αποτελεί ειδική συνεισφορά της ψυχανάλυσης, προσθήκη στις λειτουργίες της γλώσσας που είχε παραβλέψει η γλωσσολογία ακόμη και εκείνη του Γιάκομπσον, ο οποίος υπήρξε τόσο ευαίσθητος στην ποιητική λειτουργία. Αυτή η διάσταση λοιπόν στερεώνει την ερμηνεία συνδέοντάς την με τον ορισμό του συμπτώματος ως σωματικού συμβάντος. Η ερμηνεία γίνεται έτσι ένα συμβάν του λέγειν που μπορεί να υψωθεί στην αξιοπρέπεια του συμπτώματος, ή –σύμφωνα με την κρυπτική έκφραση του Λακάν– να το κατασβέσει. Αυτή την πορεία θα ακολουθήσουμε σε αυτό το άρθρο. Θα αναρωτηθούμε καταρχάς σχετικά με το ετερογενές της ερμηνείας. Έπειτα, θα εκθέσουμε το πέρασμα προς το ανάποδο της ερμηνείας. Θα θεωρήσουμε, στη συνέχεια, την ερμηνεία ως εκστόμιση (κελάρυσμα),[4] ανάμεσα σε προφορικό και γραπτό. Θα τελειώσουμε με ορισμένες όψεις της πρακτικής της καινούργιας εστίας του λεγομένου που αποκαλύπτεται έτσι και το πώς αυτή μας επιτρέπει να κυκλοφορούμε ανάμεσα στα διαφορετικά επίπεδα της ερμηνείας που κινητοποιούνται κατά τη διάρκεια της ίδιας της ψυχαναλυτικής εμπειρίας.

 

 Η ερμηνεία ως ετερογενής

Όταν ο Λακάν απομονώνει το ό,τι να 'ναι του δασκάλου του Ζεν,[5] δεν μιλά για την τεχνική του Ζεν γενικά, αλλά ειδικά για εκείνη ενός εκ των θεμελιωτών της σχολής που η επιρροή της υπήρξε κεντρική στη διάδοση του Βουδισμού Τσαν στην Ιαπωνία. Αυτός ο συγγραφέας μετρούσε για εκείνον που ο Λακάν αποκαλούσε «καλό του δάσκαλο»,[6] τον Πολ Ντεμιεβίλ, ο οποίος είχε μόλις δημοσιεύσει, το 1947, μια θεμελιώδη μελέτη, τον Πνευματικό Καθρέφτη, στην οποία στηρίχτηκε ο Λακάν. Ο σινολόγος που διάβαζε σανσκριτικά και ήταν ειδικός του Βουδισμού είναι εκείνος που όρισε τη διαφορά μεταξύ ινδικού και κινεζικού Βουδισμού, αντιπαραβάλλοντας τον ινδικό γκραντουαλισμό στον κινεζικό σουμπιτισμό.[7] Η έμφαση που δίνεται από το Τσαν του Λιντσί στην αιφνίδια παραγωγή του κενού μέσω της ρήξης είναι το ίδιο το παράδειγμα αυτού του σουμπιτισμού. Οι λακανικές αναφορές στον κεραυνό οφείλουν με αυτή την έννοια τόσο στον κεραυνό του κενού του Λιντσί όσο και στον ηρακλείτειο κεραυνό του Χάιντεγκερ. Ο Ζακ-Αλέν Μιλέρ επέμεινε σε αυτή την πλευρά της διδασκαλίας του Λακάν, θέλοντας «να αφεθούμε έτσι να μας οδηγήσει το γράμμα του Φρόυντ μέχρι τον κεραυνό που το τελευταίο απαιτεί, χωρίς εκ των προτέρων ραντεβού, χωρίς υποχώρηση μπροστά στο υπόλειμμα που βρίσκεται στο τέλος –να αφεθούμε να μας οδηγήσει η αινιγματική του αφετηρία και μάλιστα να μη θεωρούμε ότι με την ολοκλήρωση του διαβήματος έχουμε ξεμπερδέψει με την έκπληξη μέσα από την οποία εισήλθαμε εκεί».[8]

Νομιμοποιούμαστε να συσχετίσουμε την παρέμβαση του δασκάλου του Ζεν, προκειμένου να απαλλάξει τον πιστό από τις πνευματικές του συνήθειες, με την αναλυτική ερμηνεία, σύμφωνα με αυτό που λέει ο Λακάν ότι η ερμηνεία πρέπει να στοχεύει το αντικείμενο και ειδικά ως τροπικότητα του κενού. «Ο καθένας ξέρει ότι μια άσκηση Ζεν έχει οπωσδήποτε κάποια σχέση, ακόμη κι αν δεν ξέρουμε καλά τι πάει να πει αυτό, με την υποκειμενική πραγμάτωση ενός κενού.»[9]

Η έμφαση που δίνεται στον κεραυνό υπογραμμίζει το γεγονός πως η σχέση με τη χρονικότητα είναι πολύ πιο βαθιά από την περιγραφή μιας σχέσης με τον χρόνο, είτε πρόκειται για τον αριθμό των συνεδριών είτε για τη διάρκειά τους. Υπάρχει αυτή η διάσταση του αστραπιαίου στην εκδοχή του Ζεν, ενώ η άλλη, η πιο ανεπτυγμένη εκδοχή, είναι ο χαϊντεγκεριανός κεραυνός που βασίζεται στον αφορισμό του Ηράκλειτου: «Τα δε πάντα οιακίζει κεραυνός».[10] Ας σημειώσουμε τουλάχιστον το εξής: ο κεραυνός δεν αποτελεί μέρος των πάντων. Ο κεραυνός δεν είναι ένα ον. Δεν συγκαταλέγεται ανάμεσα στα όντα, και δεν προστίθεται σε αυτά. Είναι φως που του επιτρέπει να διακρίνεται. Στον ορίζοντα της ανάλυσης είναι εκείνο που επιτρέπει να διακρίνουμε το κάθε πράγμα ως ενικό.

Η αναλυτική ερμηνεία λαμβάνει υπόψη αυτό το ετερογενές και δεν επικεντρώνεται μόνο στην ομιλία ή μόνο στο εκφερόμενο. Πέρα από την ποικιλία  των στηριγμάτων της, πρέπει να καθοδηγείται από την αναζήτηση του αποτελέσματος μιας αλήθειας εννοούμενης ως ρήξης. Το «ό,τι να 'ναι» της ερμηνείας δεν είναι λοιπόν ισοδύναμο με την οποιαδήποτε παρέμβαση του ψυχαναλυτή. Η ερμηνεία οφείλει επιπλέον να είναι σε θέση να παραγάγει τη ρήξη ως αποτέλεσμα μιας αλήθειας που δεν είναι ούτε απλό adequatio ούτε παραγωγή  κάποιας σημασίας, και πρέπει να λαμβάνει υπόψη την απορητική διάσταση αυτής της στόχευσης.

Γι’ αυτό ο Λακάν, τη δεκαετία του ’50, δείχνει ενδιαφέρον για τις θεωρήσεις που επεξεργάζεται  ο ετερόδοξος Άγγλος ψυχαναλυτής Έντουαρντ Γκλόβερ κατά τη δεκαετία του ’30 σχετικά με τις επιπτώσεις της ανακριβούς ερμηνείας. «Ένα άρθρο που σας συμβουλεύω να διαβάσετε σχετικά με αυτό είναι το άρθρο του Γκλόβερ που τιτλοφορείται «Therapeutic effects of the inexact interpretation, […]».Το ζήτημα είναι άκρως ενδιαφέρον και οδηγεί τον Γκλόβερ να καταγράψει μια γενική κατάσταση όλων των θέσεων που παίρνει εκείνος που βρίσκεται σε θέση να τον συμβουλευτούν σε σχέση με κάποια διαταραχή. Με αυτόν τον τρόπο γενικεύει και επεκτείνει την έννοια της ερμηνείας σε κάθε αρθρωμένη θέση που παίρνει εκείνος που δέχεται έναν ασθενή. Φτιάχνει λοιπόν την κλίμακα των διαφόρων θέσεων του γιατρού σε σχέση με τον ασθενή. Προδικάζεται έτσι η σχέση γιατρού-ασθενή».[11] O Γκλόβερ έχει συναίσθηση της απορητικής διάστασης των διαδρομών της ερμηνείας, όμως δεν υπολογίζει τη λειτουργία που έχει ο τόπος της αλήθειας ως τέτοιος. Το φλογιστικό υγρό για το οποίο πρόκειται είναι στην πραγματικότητα το νόημα που παρουσιάζεται σαν κάτι που ξεφεύγει αυθόρμητα από τη σχέση ανάμεσα στα ανθρώπινα όντα χωρίς κανένα στήριγμα και καμία αρχή. «Αυτή η σημασία του σημαίνοντος  για τον εντοπισμό της ψυχαναλυτικής αλήθειας διαφαίνεται από τη στιγμή που ένας συγγραφέας επιμένει σταθερά στις συνδέσεις της εμπειρίας στον ορισμό όσων παραμένουν άλυτα. Διαβάστε τον Έντουαρντ Γκλόβερ, για να υπολογίσετε το τίμημα που πληρώνει για την απουσία αυτού του όρου: Όταν πάει να διατυπώσει τις πιο εύστοχες απόψεις, βρίσκει την ερμηνεία παντού, αφού δεν μπορεί να τη σταματήσει πουθενά, μέχρι και στο τετριμμένο μιας ιατρικής συνταγής […] Η ερμηνεία, έτσι εννοούμενη, γίνεται ένα είδος φλογιστού: εμφανίζεται σε ό,τι με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο κατανοείται.»[12]

Λόγω του πολλαπλασιασμού του νοήματος, ο Γκλόβερ σωστά αντιλαμβάνεται ότι το δίπολο αληθές/ψευδές δεν ταιριάζει στην ψυχανάλυση. «Όταν ο κύριος Γκλόβερ μιλά για “ακριβή ή “ανακριβή” ερμηνεία, δεν μπορεί παρά να το κάνει για να αποφύγει αυτή τη διάσταση της αλήθειας [...] είναι εξαιρετικά δύσκολο να μιλήσει για “ψευδή” ερμηνεία [...] η ανακριβής ερμηνεία […] μερικές φορές, δεν πέφτει παρά ταύτα έξω [...]. Επειδή η αλήθεια θέλει να θεωρείται αντάρτισσα, όσο “ανακριβής” κι αν είναι, δεν μπορεί παρά να την έχουμε παρ’ όλα αυτά γαργαλήσει σε κάποιο σημείο.»[13] Αλλά αυτό που αναδεικνύει ο Λακάν είναι ότι το επίπεδο της αντίθεσης μεταξύ αληθούς και ψευδούς, ανεπαρκές για να χαρακτηρίσει αυτό για το οποίο πρόκειται μέσα στην αναλυτική εμπειρία, είναι η εκκρεμής θέση της αλήθειας που μπορεί να συνιστά τρύπα, να δημιουργεί κενό μέσα στον λόγο. Αυτή η θέση καταλαμβάνεται από τον ψυχαναλυτή, ο οποίος έχει επιτρέψει τον λόγο του «ελεύθερου συνειρμού», τον οποίο ο Λακάν απαλλάσσει από τον όρο συνειρμό που έχει ιστορικές συνδηλώσεις, για να τον χαρακτηρίσει απλώς ελεύθερο λόγο.

«Σε αυτόν τον αναλυτικό λόγο που προορισμό έχει να συλλάβει την αλήθεια, είναι η απάντηση-ερμηνεία, ερμηνευτική, που αντιπροσωπεύει την αλήθεια, η ερμηνεία [...] όντας εδώ δυνατή [...] ο λόγος που έχουμε ορίσει ως ελεύθερο λόγο έχει σαν λειτουργία του να της κάνει χώρο. Δεν τείνει προς τίποτα άλλο παρά στο να θεμελιώσει έναν τόπο σε εκκρεμότητα ώστε να εγγραφεί εντός του αυτή η ερμηνεία σαν τόπος που κρατείται για την αλήθεια. Αυτός ο τόπος είναι ο τόπος που καταλαμβάνει ο αναλυτής. Σας επισημαίνω πως τον καταλαμβάνει, αλλά πως δεν είναι εκεί που τον βάζει ο ασθενής! Εκεί βρίσκεται το ενδιαφέρον του ορισμού που δίνω στη μεταβίβαση [...] Τοποθετείται σε θέση  υποκειμένου που υποτίθεται ότι ξέρει.»[14]

Η αναλυτική ερμηνεία παγιδεύεται, κατά συνέπεια, ανάμεσα στην υποτιθέμενη γνώση σχετικά με αυτό που είναι ο μυστηριώδης δεσμός ανάμεσα στο ασυνείδητο και στην απόλαυση και στο πραγματικό κενό που πρέπει να παραχθεί. «Βρίσκεται δηλαδή ανάμεσα σε δύο βάρκες, ανάμεσα στην ψευδή θέση να είναι το υποκείμενο που υποτίθεται ότι ξέρει (πράγμα που ξέρει πολύ καλά ότι δεν είναι) και στη θέση να πρέπει να επανορθώσει τις συνέπειες αυτής της υπόθεσης από την πλευρά του υποκειμένου -και αυτό στο όνομα της αλήθειας. Γι’ αυτό ακριβώς η μεταβίβαση είναι πηγή αυτού που αποκαλούμε αντίσταση.»[15]

Στην ερμηνεία που παράγει νόημα που γίνεται κατανοητό χωρίς κανένα όριο, ο Λακάν αντιπαραβάλλει την ερμηνεία που έχει ως αποτέλεσμα την αλήθεια, στον βαθμό που η αλήθεια αυτή παραπέμπει σε ένα θεμελιακό κενό, μια πρώτη απουσία. Η ερμηνεία βρίσκει έτσι το θεμέλιό της ως επαναφορά εντός του σημαίνοντος αυτού που, με εξαιρετικό τρόπο, ονομάζει ζωή. «Η σημασία δεν πηγάζει από τη ζωή περισσότερο από όσο το φλογιστικό απελευθερώνεται από τα σώματα κατά την καύση. Θα έπρεπε μάλλον να μιλάμε για αυτήν ως συνδυασμό της ζωής με το άτομο Ο του σημείου [Ο Λακάν διευκρινίζει σε σημείωση πως το Ο πρέπει να διαβαστεί μηδέν], του σημείου, στον βαθμό που αρχικά δηλώνει την παρουσία ή την απουσία, κομίζοντας ουσιαστικά το και που τα ενώνει, εφόσον, δηλώνοντας την παρουσία ή την απουσία, θεμελιώνει την παρουσία με φόντο την απουσία, όπως συγκροτεί και την απουσία εντός της παρουσίας.»[16] Και ο Λακάν δίνει μια απεικόνιση αυτής της εναρκτήριας στιγμής που είναι η σύζευξη της θέσης του Μηδενός, ως κατάστασης του υποκειμένου εντός του σημαίνοντος, με τη ζωή στο παιχνίδι του Fort-Da. «Σημείο εμφύτευσης μιας συμβολικής τάξης που προϋπάρχει του υποκειμένου-παιδί και σύμφωνα με την οποία θα πρέπει να δομηθεί.»[17]

Ο Λακάν κλείνει την επεξεργασία του με το γεγονός πως το ετερογενές της ερμηνείας δεν την αφήνει, ωστόσο, χωρίς κανόνες. Δεν είναι τα πάντα και το ό,τι να 'ναι. Είναι ένα ό,τι να 'ναι που πρέπει να στοχεύει στο κενό της πρωταρχικής απουσίας του χαμένου αντικειμένου. Συνοδεύεται από ένα ιδιαίτερο σημάδι, ένα σημάδι που αποσπάται από τη ζωή και σημαδεύει τον τόπο ενός μη-αντικειμένου που στη συνέχεια θα ονομάσει αντικείμενο α. «Δεν θα μπούμε στη διαδικασία να δώσουμε τους κανόνες της ερμηνείας. Δεν είναι ότι δεν μπορούν να διατυπωθούν, αλλά η διατύπωσή τους προϋποθέτει θεωρητικές εργασίες που δεν μπορούμε να τις θεωρήσουμε ήδη γνωστές.»[18] Οι θεωρητικές επεξεργασίες που αφήνει κατά μέρος στην «Καθοδήγηση της θεραπείας» είναι εκείνες που αφορούν τις σχέσεις ανάμεσα στο ετερογενές της ερμηνείας και τον ακριβή στόχο της που είναι το υποκειμενικό κενό, μνημείο του ίχνους της απόλαυσης που αφήνει το αρχικό χαμένο αντικείμενο λόγω της αδυνατότητας να επαναληφθεί με πανομοιότυπο τρόπο η τυχαία συνάντηση με την απόλαυση. Μπορεί μόνο να επαναληφθεί με την αστοχία της αποτυχημένης συνάντησης. Εδώ έχουμε την ψυχαναλυτική εκδοχή του βουδιστικού κενού και της κενότητας που καλούμαστε να παράγουμε μέσα στην εμπειρία.

                                                        

  Από την ερμηνεία-μετάφραση στην ερμηνεία-τομή

 Ακριβώς στο δεσμό της ετερογενούς ερμηνείας και του εναρκτήριου κενού εντοπίζεται, στη διδασκαλία του Λακάν, το πέρασμα ανάμεσα στην ερμηνεία που δίνει νόημα και το ανάποδό της. Ο Ζακ-Αλέν Μιλέρ έχει ορίσει αυτό το πέρασμα σε ένα σπουδαίο άρθρο στο οποίο αντιπαραβάλλει την ερμηνεία-μετάφραση με τη μη σημασιολογική ερμηνεία, η οποία δεν παραπέμπει παρά στην αδιαφάνεια της απόλαυσης. Η κενή θέση δεν είναι πια «σε εκκρεμότητα» αλλά βρίσκεται σε πρώτο πλάνο. «Το ζήτημα δεν είναι αν η συνεδρία είναι μακρά ή σύντομη, σιωπηρή ή ομιλητική. Είτε η συνεδρία είναι μια σημασιολογική μονάδα, στην οποία το S2 έρχεται ως στίξη στην επεξεργασία –παραλήρημα στην υπηρεσία του Ονόματος-του-Πατρός. Πολλές συνεδρίες είναι έτσι! Είτε η αναλυτική συνεδρία είναι μια μη-σημασιολογική μονάδα που επαναφέρει το υποκείμενο στην αδιαφάνεια της απόλαυσής του. Αυτό προϋποθέτει ότι προτού κλείσει έχει κοπεί.»[19] Η ουσιώδης πολικότητα δεν είναι πλέον ανάμεσα στο νόημα και την αλήθεια ως τρύπα αλλά ανάμεσα στις δύο όψεις της απόλαυσης: την κενή θέση μέσα στον λόγο η οποία τον διατιτραίνει αλλά και η οποία επιβάλλεται με το πλήρες της αδιαφάνειας της.

Αυτή η καινούργια πολικότητα δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή σε όλο της το εύρος παρά μόνο αν αφήσουμε πίσω μας τις αυταπάτες, όχι μόνο της διϋποκειμενικότητας αλλά, επίσης, και του διαλόγου. Αυτό δείχνει ο Ζακ-Αλέν Μιλέρ με την επινόηση της έννοιας της α-ομιλίας (apparole), επαναδιαμορφώνοντας τις προόδους της τελευταίας διδασκαλίας του Λακάν. «Η α-ομιλία είναι ένας μονόλογος. Αυτό το θέμα του μονολόγου στοιχειώνει τον Λακάν της δεκαετίας του ’70, η υπενθύμιση δηλαδή ότι η ομιλία είναι κυρίως μονόλογος. Προτείνω εδώ την α-ομιλία σαν την έννοια που απαντά σε αυτό που βλέπει το φως στο Σεμινάριο Encore, όταν ο Λακάν ρωτά με ρητορικό τρόπο –Η γλαλώσσα[20] χρησιμεύει πρωτίστως  στον διάλογο; Τίποτα δεν είναι λιγότερο βέβαιο.»[21]

Αν για τη γλαλώσσα το ωφέλιμο δεν είναι ζητούμενο, αυτό συμβαίνει γιατί συμπράττει με την απόλαυση. «Κάτι που απαντάει στη διατύπωση του Λακάν στο Σεμινάριο Encore: Εκεί που αυτό μιλάει, αυτό απολαμβάνει [Là où ça parle, ça jouit]. Που πάει να πει, εντός των συμφραζομένων, αυτό απολαμβάνει να μιλάει.»[22] Ενώ η σημασιολογική ερμηνεία θα ήθελε να οδηγήσει σε επανεκκίνηση, η ερμηνεία που έρχεται αντιμέτωπη με την απόλαυση αποβλέπει, αντίθετα, σε μια μη-επανεκκίνηση. «Χρειάζεται ένα όριο στον αυτιστικό μονόλογο της απόλαυσης. Και βρίσκω πολύ διαφωτιστική τη διατύπωση: Η ψυχαναλυτική ερμηνεία συνιστά όριο. Η ερμηνεία, αντιθέτως, έχει μια δυνατότητα που τείνει στο άπειρο.»[23] Η άπειρη δυνατότητα του ελεύθερου λόγου βάζει ως μόνο όριο στην απόλαυση την αρχή της ηδονής. Το όριο της ερμηνείας είναι κάτι άλλο. «Το να λες ό,τι να 'ναι οδηγεί πάντα στην αρχή της ηδονής, στο Lustprinzip. Τουτέστιν, εκεί που αυτό μιλάει, αυτό απολαμβάνει. Αυτός είναι ο σχολιασμός. Ιδιαιτέρως επειδή θέτουμε εντός παρενθέσεως τις απαγορεύσεις, τις αναστολές, τις προκαταλήψεις κλπ., όταν αυτό αρχίζει όντως να εκτυλίσσεται σε αυτό το επίπεδο, υπάρχει μια ικανοποίηση της ομιλίας.»[24] Ο  Ζακ-Αλέν Μιλέρ δίνει, λοιπόν, μια νέα στόχευση στην ερμηνεία. Αντί για την καταφυγή στην αρχή της ηδονής και τις άπειρες δυνατότητές της, να εισαγάγουμε την τροπικότητα του αδύνατου ως ορίου. «Αυτό υποδεικνύει ποια θα μπορούσε να είναι η θέση της αναλυτικής ερμηνείας, εφόσον θα  επενέβαινε κόντρα στην αρχή της ηδονής. Θα πρέπει να πούμε, στη γραμμή που προτείνει ο Λακάν [...] ότι η ψυχαναλυτική ερμηνεία εισάγει το αδύνατον.»[25] Εισάγοντας αυτή την τροπικότητα που έρχεται σε ρήξη με τον ελεύθερο συνειρμό της ομιλίας, θέτοντας ένα ορισμένο «αυτό δεν πάει να πει τίποτα»[26], η ερμηνεία, η οποία περνάει από την ομιλία, περνάει πλέον στην πλευρά του γραπτού ως μόνου ικανού να επωμιστεί την τρύπα του νοήματος και το αδύνατον. «Όπως γίνεται με την τυποποίηση, η ερμηνεία, [...] βρίσκεται μάλλον από την πλευρά του γραπτού παρά από την πλευρά της ομιλίας. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να είναι εφάμιλλη του γραπτού στο μέτρο που και η τυποποίηση προϋποθέτει το γραπτό.»[27]

Η προβληματική της μη-σημασιολογικής ερμηνείας εισάγει μια υβριδική διάσταση ανάμεσα σε σημαίνον και γράμμα, ενώ ένα ολόκληρο τμήμα της διδασκαλίας του Λακάν τα αντιδιαστέλλει. Εξηγεί το γεγονός πως ο Λακάν καταλήγει να αντιπαραθέτει την ερμηνεία με την ομιλία. «Η αναλυτική ερμηνεία  [...] έχει εμβέλεια πολύ μακρύτερα από την ομιλία. Η ομιλία είναι ένα αντικείμενο επεξεργασίας για τον αναλυόμενο, αλλά τι γίνεται με τις συνέπειες αυτού που λέει ο αναλυτής –γιατί λέει. Δεν είναι λίγο να πούμε ότι η μεταβίβαση παίζει εκεί έναν ρόλο, όμως αυτό δεν αποσαφηνίζει τίποτα. Το ζήτημα είναι να εξηγήσουμε πώς η ερμηνεία αποκτά την εμβέλειά της και ότι δεν ενέχει κατ’ ανάγκη μια εκφορά.»[28] 

 

Το μη-σημασιολογικό και το «ήταν γραμμένο»

Το φροϋδικό ασυνείδητο, λέει ακόμη ο Ζ.-Α. Μιλέρ, «αυτό το ασυνείδητο που ο Λακάν μετέφρασε με τον όρο υποκείμενο που υποτίθεται ως γνώση [αποτελεί] μια δομική αυταπάτη: την αυταπάτη ότι το παρελθόν, στο βαθμό που εμπεριέχει όλα όσα υπήρξε το παρόν, [...] ήταν εκεί πριν ακόμη την εμπειρία του παρόντος.»[29] Το υποκείμενο που υποτίθεται ότι ξέρει είναι η δομική ψευδαίσθηση σύμφωνα με την οποία αυτό που λέγεται παραπέμπει στο παρελθόν, σε αυτό που έχει λάβει χώρα, σαν να ήταν ήδη εκεί πριν από την εμπειρία της ψυχαναλυτικής συνεδρίας, προτού μιλήσουμε. Ας εννοήσουμε αυτή την ιδέα, όπως το κάνει και ο Ζακ-Αλέν Μιλέρ, στην πλήρη ισχύ της! Το ζητούμενο είναι να μεταμορφώσουμε μέσα στην ερμηνεία μας την αυταπάτη του υποκειμένου που υποτίθεται ότι ξέρει, η οποία είναι συνδεδεμένη με τη σημαίνουσα αλυσίδα, δείχνοντας ότι αυτή η αυταπάτη θεμελιώνεται σε ένα πρωτόγνωρο, καινοφανές καθεστώς της βαθμίδας του γράμματος: το «ήταν γραμμένο».

Στην πρώτη διδασκαλία του Λακάν, η ερμηνεία είχε ως αποτέλεσμα να δίνει πρόσβαση στα σβησμένα κεφάλαια της ιστορίας μου, σε εκείνο που ήταν γραμμένο στα κεφάλαια της ιστορίας. Στη δεύτερη, ο Λακάν αποχωρίζεται αυτή την αναφορά στην ιστορία, για να κρατήσει μόνο την αναφορά στο «ήταν γραμμένο». Η επίδραση της υποτιθέμενης γνώσης, η γενίκευσή της, πρέπει να διατηρηθεί με βάση τη δύναμη του «ήταν γραμμένο». Προκύπτει έτσι ένας νέος τρόπος σύλληψης της ερμηνείας: «Η ερμηνεία, της οποίας η ουσία είναι το ομοφωνικό λογοπαίγνιο, είναι η παραπομπή της ομιλίας στη γραφή, δηλαδή η παραπομπή κάθε παροντικής διατύπωσης στην εγγραφή της, στην εκφορά της από το υποκείμενο που υποτίθεται ως γνώση.»[30]  

Η σχέση με την εκφορά από το πλαίσιο του υποκειμένου που υποτίθεται ότι ξέρει περνά στο πλαίσιο του «ήταν γραμμένο στην αμφισημία», χάρη στην καινούργια έννοια της ερμηνείας στη δεύτερη διδασκαλία. Η ερμηνεία ως ομοηχία (πρώτη διδασκαλία) περιλαμβάνεται στη γενίκευση της αμφισημίας που προϋποθέτει μια παραπομπή στο ήταν γραμμένο. Φέρνει στη σκηνή την εξαιρετικά πολύπλοκη σχέση ανάμεσα σε ομιλία και γραφή. Στο 23ο Σεμινάριο, ο Λακάν αναπτύσσει τη γραφή ως στήριγμα της ομιλίας –αρνείται να ακολουθήσει τον Ζακ Ντεριντά στην ιδέα του για τη γραφή ως εντύπωμα, υφάδι, ίχνος. Ο Λακάν χρησιμοποιεί τη γραφή και την ορίζει με αφετηρία την αναλυτική εμπειρία, που παραπέμπει την ομιλία στο γραπτό, στη γενικευμένη δομική αυταπάτη τού «ήταν γραμμένο». Κατασκευάζει μια κατά γράμμα προσέγγιση, μια σχέση με τη βαθμίδα του γράμματος, με βάση την εμπειρία. «Μια ερμηνεία θέλει πάντοτε να πει “δεν διάβασες καλά αυτό που ήταν γραμμένο”. Υπό αυτήν την έννοια, η ερμηνεία συνιστά μια επανόρθωση της ανάγνωσης της υποτιθέμενης γνώσης. Η ερμηνεία υποθέτει ότι η ίδια η ομιλία είναι μια ανάγνωση και την επαναφέρει στο “πρωταρχικό κείμενο”.»[31]

Στο 23ο Σεμινάριο ο Λακάν δείχνει πώς τα σημαίνοντα έρχονται να προσδεθούν στον κόμβο ΠΣΦ –αυτό το γράμμα σε τρεις διαστάσεις. Έρχονται να στηριχτούν πάνω σε αυτή τη γραφή. Η κατασκευή του της περίπτωσης του Τζόυς είναι η γραφή του ολισθήματος, του lapsus, του κόμβου. Κατά τον ίδιο τρόπο, βάζουμε στο παιχνίδι αυτή τη γραφή ως στήριγμα κάθε φορά που κάνουμε το υποκείμενο να ακούσει μια αμφισημία η οποία αναδεικνύει την απόσταση ανάμεσα σε ομιλία και γραπτό. Δεν πρόκειται πλέον μόνο για το S1 και το S2, με το S2 ως στήριγμα που δίνει νόημα στο S1 (όπως το χρησιμοποιούμε όταν μπορούμε να αξιοποιήσουμε τις δυνατότητες της ερμηνευτικής αλυσίδας, S1 → S2). Πρόκειται επίσης και για αυτή τη γραφή-στήριγμα που προβάλλει τα εξαιρετικά ποικίλα επίπεδα της αμφισημίας, που διευρύνει το πεδίο των πιθανών ερμηνειών και την κατεύθυνση της δράσης μας.

Το διαγραμμένο υποκείμενο, ταυτισμένο με το βέλος του χρόνου, «εκείνο που υποστηρίζει όλα τα παράδοξα του τώρα», δεν ξέρει να τοποθετηθεί και θέλει να βουλώσει τις τρύπες του υπό-έλλειψη-είναι με τα πάθη τού είναι: το μίσος, την αγάπη. Και υπάρχουν και τα πάθη της ψυχής, τουτέστιν τα πάθη του αντικειμένου α, του σώματος που πλήττεται από την απόλαυση. Η ερμηνεία τού «ήταν γραμμένο» παρεμβαίνει στο επίπεδο των «παθών της ψυχής: [...] η διακύμανση των ψυχικών καταστάσεων, με τη διάρκειά τους, με τις υποκαταστάσεις τους, με το περιθώριο που έχει αφεθεί στο υποκείμενο για να τις κάνει να διαρκέσουν ή για να επιχειρήσει να τις απορροφήσει».[32] Ερμηνεύω σημαίνει διαβάζω μέσα σε αυτό το περιθώριο, παρεμβαίνω σε αυτό το περιθώριο.

Με αυτή την έννοια, η παραγωγή του ερμηνευτικού κεραυνού πρέπει να μπαίνει στον πληθυντικό. Οι κεραυνοί των ασυνειδήτων, οι κεραυνοί του ομιλ-όντος, δεν περιλαμβάνουν μόνο τον κεραυνό που εξαρτάται από τη σημαίνουσα αλυσίδα. Τα δε πάντα οιακίζει κεραυνός, ο κεραυνός κυβερνά όλα τα σημαίνοντα σε μία συνεκτική αλυσίδα. Στο τέλος της ανάλυσης, αυτή αποσυναρμολογείται σε «αποσυνδεδεμένα εξαρτήματα» –όπως επισημαίνει ο Ζ.-Α. Μιλέρ–  S1, S1, S1, ένα σμάρι που δεν είναι πλέον συνδεδεμένο, συμπιεσμένο σε μια αλυσίδα, αλλά παραδομένο στη θεμελιώδη τυχαιότητα. Ο Λακάν είναι επίσης το σωματικό συμβάν που έρχεται να σημαδέψει τον LOM,[33] που έχει ένα σώμα και υποφέρει από αυτό. Το συμβάν απόλαυσης που έρχεται να σημαδέψει αυτό το σώμα με πυρωμένο σίδερο είναι επίσης ένας κεραυνός, αλλά διαφορετικός από τον προηγούμενο. Όπως ο Λακάν μας κάνει να το αντιληφθούμε στο 23ο Σεμινάριο, ο κεραυνός του σωματικού συμβάντος εισάγει μια αμφισημία, μια ρωγμή στο είναι του σώματος, κάποιες φορές με ακαριαίο τρόπο. Σχετικά με τα φαινόμενα πίστης και ριζοσπαστικοποίησης, για παράδειγμα, γίνεται λόγος για ταχεία ριζοσπαστικοποίηση: μια στιγμή πριν δεν ήταν ριζοσπαστικοποιημένος, μια στιγμή μετά είναι –μια στιγμή αργότερα η βόμβα εξερράγη.[34] Όταν πρόκειται για ζήτημα πίστης, το υποκείμενο κρέμεται από μια κλωστή: η πίστη είναι συνδεδεμένη, αφενός, με τη σημαίνουσα αλυσίδα και το Ιδεώδες και, αφετέρου, με το επίπεδο του σωματικού συμβάντος. Αυτά τα δύο καθεστώτα της ερμηνείας, με τα απεριόριστα πολυποίκιλα επίπεδά τους, συνιστούν μια λυδία λίθο που οδηγεί την πρακτική μας.

 

Η ερμηνεία ως εκστόμιση

Η ρήση του αναλυτή που ανταποκρίνεται στη ρήση του ασυνειδήτου γίνεται υβρίδιο. Ο Λακάν το αποκάλεσε εκστόμιση (εκφώνηση, λαλιά). «Αυτό που εισηγούμαστε με τον βορρόμειο κόμβο πηγαίνει ήδη κόντρα στην εικόνα της αλυσιδωτής αλληλουχίας. Ο λόγος στον οποίο αναφερόμαστε δεν σχηματίζει αλυσίδα [...] Το ερώτημα που τίθεται εφεξής είναι το κατά πόσον η επίπτωση του νοήματος ως προς το πραγματικό της συνδέεται με τη χρησιμοποίηση των λέξεων ή μήπως με την εκφώνησή, το λάλημά τους. [...] Πιστεύαμε ότι ήταν οι λέξεις που είχαν την εμβέλεια. Ενώ αν κάνουμε τον κόπο να απομονώσουμε την κατηγορία του σημαίνοντος, βλέπουμε καθαρά ότι η εκφώνηση διατηρεί ένα χωριστό νόημα.»[35] Για να διατηρήσει αυτόν το δεσμό της επίπτωσης ενός νοήματος που παραμένει, χωρίς ωστόσο να πιστεύει στην εμβέλεια μιας εκφοράς, ο Λακάν προχωρά και προτείνει την ύπαρξη της επίπτωσης ενός πραγματικού νοήματος. «Η επίπτωση του νοήματος που μπορούμε να απαιτήσουμε από τον αναλυτικό λόγο δεν είναι φαντασιακή. Δεν είναι ούτε συμβολική. Πρέπει να είναι πραγματική. Αυτό με το οποίο ασχολούμαι φέτος είναι να σκεφτώ ποιο μπορεί να είναι το πραγματικό της επίπτωσης ενός νοήματος.»[36] Αυτή η ερμηνεία δεν είναι της τάξης μιας μετάφρασης μέσω της προσθήκης ενός σημαίνοντος δύο σε σχέση με ένα σημαίνον Ένα. Δεν στοχεύει στη συγκρίκωση της αλληλουχίας ή την παραγωγή μιας σημαίνουσας αλυσίδας. Λαμβάνει γνώση της καινούργιας στόχευσης της σύσφιγξης του κόμβου γύρω από το σωματικό συμβάν και της εγγραφής που μπορεί να σημειωθεί (α) σε μια ανανεωμένη χρήση. «Η περίφημη έννοια του γράμματος, που φτιάχνεται για να υπερφαλαγγίσει τη διχοτομία σημαίνοντος και αντικειμένου.»[37]

Ο Λακάν χρησιμοποίησε ήδη αυτό τον όρο της εκστόμισης για να καταγράψει τη δύναμη του ποιητικού κειμένου, είτε μιλώντας για τον Πίνδαρο[38] είτε για τον Άγγελο Σιλέσιο και τις μυστικιστικές λαλέουσές του.[39]  Ή, πάλι, έφτιαξε από το  Poordjeli του Σερζ Λεκλέρ (μια εκτός-νοήματος τυποποίηση από διάφορα στοιχεία της φαντασίωσης) «μία μυστική μιλιά, μία διατύπωση αγαλλίασης, μία ονοματοποιία»,[40] όπως, άλλωστε, έφτιαξε μια εκφώνηση και με το «Fort-Da». Στο Σεμινάριο για το αντικείμενο της ψυχανάλυσης, επιστρέφει στις πρώτες φράσεις του πρώτου Σεμιναρίου πάνω στη δράση του δασκάλου του Ζεν: «[...]καθένας ξέρει ότι μια άσκηση του Ζεν έχει οπωσδήποτε κάποια σχέση, ακόμη κι αν δεν ξέρουμε καλά τι πάει να πει αυτό, με την υποκειμενική πραγμάτωση ενός κενού [...] το διανοητικό κενό που πρέπει να κερδηθεί και που θα μπορούσε να κερδηθεί, αυτή τη μοναδική στιγμή που είναι κάτι απότομο που διαδέχεται την προσμονή, και που πραγματώνεται κάποτε με μια λέξη, μια φράση, μια εκστόμιση, ακόμη και μια χοντράδα, μια κοροϊδευτική χειρονομία, μία κλωτσιά στον πισινό. Είναι βέβαιο ότι αυτού του είδους οι ηλιθιότητες ή οι θεατρινισμοί δεν έχουν νόημα παρά μόνο σε σχέση με μια μακρά υποκειμενική προετοιμασία [...].»[41] Μπορούμε τώρα να προσθέσουμε ότι ο Λιντσί υπήρξε, στο Ζεν, ο επινοητής και εκείνος που ήξερε να εξασκεί καλύτερα εκείνο που ο Ντεμιεβίλ αποδίδει ως ερευγμό. «Ένας ερευγμός, απαράμιλλη μέθοδος της μαιευτικής Τσαν⋅ ο Λιν-τσι θεωρείται ότι υπήρξε ο πιο φτασμένος βιρτουόζος της, αν όχι και ο επινοητής της.»[42]  

 Ο Ζακ-Αλέν Μιλέρ  έχει δώσει μια ανανεωμένη εκδοχή αυτής της εκφώνησης, που της προσδίδει όλο της το βεληνεκές. Θεωρεί ότι ο Λακάν πάει πέρα από το άτομο του Σωσσύρ, που συνδέει ήχο και νόημα, καταφεύγοντας στη φωνή. «Ένα εκφερόμενο [...] υπόκειται στη διττή μήτρα του εκφερομένου και της εκφοράς, που κάνουν δύο. Θα έλεγα σήμερα ότι η αναφώνηση, την οποία καθιστώ τρίτο όρο μετά τον όρο της πρότασης και εκείνον του εκφερομένου, υπερβαίνει το διαχωρισμό του εκφερομένου και της εκφοράς. Η αναφώνηση είναι εκφορά-εκφερόμενο ως αδιαχώριστα. [...] Δεν τίθεται σε απόσταση από εκείνον που αναφωνεί. Και όταν δεν υπάρχει εκείνος, αυτό λέγεται όλο μαζί. Ή αλλιώς, η αναφώνηση περιλαμβάνει το σημείο της εκπομπής της.»[43]

Αυτό που αποκαλείται εκφώνηση στο 23ο Σεμινάριο, σαν κάτι που ορίζει ένα πραγματικό αποτέλεσμα του νοήματος, γίνεται στο 24ο Σεμινάριο το νέο σημαίνον. «Όταν επικαλείται ένα νέο σημαίνον, πρόκειται στην πραγματικότητα για ένα σημαίνον που μπορεί να έχει μια άλλη χρήση, [...]ένα σημαίνον που θα ήταν νέο, όχι απλώς γιατί έτσι θα υπήρχε ένα επιπλέον σημαίνον, αλλά γιατί αντί να επιμολύνεται από τον ύπνο το νέο αυτό σημαίνον θα πυροδοτούσε μία αφύπνιση.»[44]  

 Αυτή η αφύπνιση συνδέεται με την παραγωγή ενός πραγματικού νοηματικού αποτελέσματος ως παραγωγής ενός υποκειμενικού κενού. Έτσι, στην τελευταία του διδασκαλία, ο Λακάν σχεδιάζει, κυριολεκτικά, με τον κόμβο έναν τρόπο θεραπείας της ρήξης της απόλαυσης μέσω του Ενός-αβλεπτήματος [Une bévue][45]. Αναθεωρεί, γι’ αυτό, τους κλασικούς όρους των εργαλείων της ψυχαναλυτικής επέμβασης: το Ασυνείδητο, τη Μεταβίβαση, την Ερμηνεία, για να προτείνει νέους: το ομιλ-όν, την πράξη, την εκφώνηση, που υπόκεινται και οι τρεις στη λογική του «Υπάρχ’Εν»[46] κεντρική εκφώνηση στην τελευταία διδασκαλία του Λακάν.

   

Από την αλήθεια στη γραφή

 Στο τέλος της ανάλυσης, έρχεται μια στιγμή που το πράγμα δεν ερμηνεύεται πλέον. Έρχεται ένα όνειρο ή μια διατύπωση του συμπτώματος που επιβάλλεται. Οι αφηγήσεις για το πέρασμα (passe) το μαρτυρούν και μάλιστα πρόσφατα. Μπορούμε σχετικά να παραπέμψουμε στη μαρτυρία της  Κλοτίλντ Λεγκίλ. Είναι το ισοδύναμο ενός αξιώματος στην τυπική λογική, μόνο που το αξίωμα εκεί βρίσκεται στην αρχή σαν τη ρήση που δεν μπορεί να ερμηνευθεί. Που θα βρίσκεται εκτός του σύμπαντος του λόγου που θα δομήσουμε. Με δεδομένο ότι για έναν ορισμένο αριθμό αξιωμάτων δεν θα ειπωθεί τίποτα, δομούμε λοιπόν ένα σύμπαν λόγου που θα γεννήσει προτάσεις οι οποίες συνάγονται από τα αξιώματα. Κατόπιν, όλα ερμηνεύονται, όλα συνάγονται, οι προτάσεις που γεννήθηκαν θα μπορούν να αναχθούν στο σωστό ή το λάθος. Όταν τελειώνουν οι αγάπες με την αλήθεια έχουμε κάτι σαν αξίωμα. Κάτι που έρχεται να γραφτεί και πάνω στο οποίο δεν έχουμε και τίποτα σπουδαίο να πούμε. Από μόνο του τα λέει όλα. Το επιτέλεσμα «τα λέει όλα» είναι σαν αξίωμα. Η αφήγηση της Κλοτίλντ Λεγκίλ[47] ολοκληρώνεται με ένα όνειρο που ξαναγυρνά σε διάφορες αφηγήσεις σχετικά με τα «κακά νερά» που μπορούν να προκαλέσουν θάνατο. Αυτές οι διαφορετικές σημασίες συμπυκνώνονται σε ένα γράμμα Ο[48]. Όμως, σε ένα συμπληρωματικό όνειρο, ο νεκρός πατέρας επιστρέφει σημειώνοντας ένα τηλεφωνικό νούμερο, σε μία απόπειρα να το παραδώσει στην κόρη του. Από αυτό τον αριθμό κινητού δεν απομένουν παρά οι δύο αριθμοί 0 και 1. Το Ο, στο οποίο συρρικνωνόταν το νόημα ως αποτέλεσμα των αφηγήσεων για τον θάνατο, συρρικνώνεται ακόμα παραπάνω. Δεν είναι το Ο ενός γράμματος, είναι το 0 ενός αριθμού. Έχουμε εδώ, χειροπιαστά, το άτομο της σημασίας στο οποίο αναφέρεται ο Λακάν με αφορμή τον Γκλόβερ. Περνάμε από το Ο ενός γράμματος που μπορεί, ως διφορούμενο, να ακουστεί σαν το νερό (eau, στα γαλλικά) που δεν πίνουμε, το Ο της ομάδας αίματος, το οποίο έρχεται να σημειώσει την καταγωγή με την αναγωγή της σε ένα γράμμα. Και το γράμμα Ο μπορεί να κάνει το υποκείμενο να περάσει από ένα αίσθημα αποστέρησης, τη στιγμή που αποχωρίζεται τον αναλυτή, στο επείγον της έκβασης[49]. Ένα γράμμα ανατρέπει το νόημα. Κατά βάθος, στο όνειρο όπου ο πεθαμένος πατέρας αφήνει ένα νούμερο για να τον καλέσουν, το μήνυμα ανάγεται σε ένα 0#1. Πρόκειται για τη θεμελιώδη αντίθεση ανάμεσα στο τίποτα και ένα κάτι. Εγγράφει με την πλέον ευσύνοπτη μορφή όλα όσα παίζονταν γύρω από το ότι ήταν το πρώτο παιδί, γεγονός μεταμορφώθηκε σε υπερεγωτική απαίτηση να είναι η πρώτη. Να την που ανάγεται σε μια γραφή. Στη συνέχεια, το 0 έρχεται να δηλώσει τη στοιχειώδη εναλλαγή αυτού που μπορεί να είναι. Αυτό αναδεικνύει ότι, για τον Λακάν, κάτω το όνομα του γράμματος και της βαθμίδας του, περισσότερο από το γράφημα, έρχεται ο αριθμός, το μαθηματικό γράμμα.

Πίσω από το μαθηματικό γράμμα, η αντίθεση ανάμεσα στο 0 και το 1 είναι θεμελιώδης στον βαθμό που έρχεται να γράψει την απόλαυση που δένεται γύρω από το 0#1. Εισάγεται λοιπόν εδώ όλη η τοπολογία της περιέλιξης των σημαινόντων γύρω από αυτή τη γραφή. Λέγοντας πως όλες οι σημασίες από τις οποίες διήλθαμε στην ανάλυση μπορούν, τελικά, να γαντζωθούν στο 0#1, μας βοηθά να καταλάβουμε εκείνο που ο Λακάν λέει στο 23o Σεμινάριο ότι όλα τα σημαίνοντα έρχονται να συναρθρωθούν γύρω από μία γραφή. Η γραφή δεν είναι πλέον καθόλου εκείνο που έρχεται να μεταγράψει την ομιλία όπως το γράφημα που μεταγράφει αυτό που αρθρώνει η ομιλία. Πρόκειται μάλλον για τη γραφή των βορρόμειων κόμβων, τη γραφή του ΠΣΦ που έρχεται να περιχειλώσει τις τρύπες του τραύματος στο σώμα γύρω από το οποίο θα γαντζωθούν όλες οι σημαίνουσες αφηγήσεις σε μία αλυσίδα, με την πιο γενική της έννοια. Αυτό το ασυνείδητο που δένεται είναι στ’ αλήθεια το ασυνείδητο, καθόσον βρίσκεται όσο το δυνατόν κοντύτερα στο τραύμα, στην ανάδυσή του. Είναι με αφετηρία αυτή την πρώτη γραφή πάνω στο σώμα που όλα τα υπόλοιπα θα δεθούν. Βλέπουμε πώς, κατά τη διάρκεια της ανάλυσης, χρειάζεται να διασχίσουμε τα ποικίλα διφορούμενα των υποκειμενικών μύθων. Και αυτό με βάση τα μορφώματα του ασυνειδήτου που κάθε τόσο εμφανίζονται στα όνειρα σαν γρίφοι, όπως έλεγε ο Φρόιντ. Αυτός ο τρόπος γραφής μας επιτρέπει να αγγίξουμε το σημείο όπου περνάμε από έναν ακόμη απεικονιστικό τρόπο γραφής σε ένα θεμελιώδες ομφάλιο σημείο. Είναι ο δεσμός με ένα τραύμα που δεν μπορεί να απεικονιστεί στη γραφή του ονείρου και που θα έρθει να σημαδέψει με την τάξη του 0#1 αυτό που αναδύεται, σημαδεύεται σαν τρύπα στο σώμα. Αυτή η κωδικοποίηση είναι σχετική με τη γραφή με την πλέον θεμελιακή έννοια, την τοπολογική γραφή που γίνεται, για τον Λακάν, η εξοχότητα του μαθηματικού γράμματος, στο μέτρο που την επεξεργάζεται και πλάθει μία τοπολογία του χεριού του, όπως είχε κάνει και με τη οιονεί γλωσσολογία του (linguisterie). Η τοπολογία του είναι ο τρόπος γραφής που καταλήγει να χρησιμοποιήσει, ο οποίος επωφελείται από έναν ορισμένο αριθμό ιδιοτήτων των μη-προσανατολισμένων επιφανειών και των κόμβων, για να γράψει όλα τα σημαίνοντα εντός του πεδίου της απόλαυσης και όχι απλώς και μόνο εντός του γλωσσολογικού πεδίου. Μπορεί, έτσι, να δείξει πως αυτό που έρχεται να αγκιστρωθεί είναι πάντα εμποτισμένο από το τραυματικό σημάδι μια απόλαυσης με την πιο βαθιά έννοια. Τα επάλληλα κρεμμυδόφυλλα που περιβάλλουν τον πυρήνα του υποκειμένου υποχωρούν, ώσπου να φανερώσουν αυτόν τον καινούργιο δεσμό αγάπης για το ασυνείδητο. Εδώ μπορούμε να επανέλθουμε ως εξής: «Το ενδεχόμενο το ενσάρκωσα με το παύει να μη γράφεται. Διότι εδώ δεν υπάρχει τίποτα άλλο από συνάντηση, από τη συνάντηση στον ερωτικό σύντροφο των συμπτωμάτων, των συναισθημάτων για όλα όσα σηματοδοτούν στον καθένα το ίχνος της εξορίας του, όχι ως υποκειμένου αλλά ως ομιλούντος, της εξορίας του από τη σχέση ανάμεσα στα φύλα.»[50]

                   

Η ερμηνεία ως συμβάν

 Ο Ζακ-Αλέν Μιλέρ έχει συνδέσει το ερώτημα της ερμηνείας στην τελευταία διδασκαλία του Λακάν με αυτό του συμπτώματος με έναν αποφασιστικό τρόπο: «Αυτός ο ορισμός του συμπτώματος ως σωματικού συμβάντος καθιστά πολύ πιο προβληματικό το καθεστώς της ερμηνείας που μπορεί να απαντήσει σε αυτό.»[51] Το σύμπτωμα βρίσκεται από εκεί και μετά δεμένο με την επίπτωση της γλώσσας πάνω στο σώμα. «Τούτο θα συνοψιστεί, με έναν τρόπο που δανείζεται ίσως υπερβολικά από τη θεωρητική  Λογική, στη φράση του Λακάν “το σημαίνον είναι αίτιο απόλαυσης”, αλλά εγγράφεται στην έννοια του θεμελιώδους σωματικού συμβάντος που είναι η επίπτωση της γλώσσας.»[52] Η γραφή της απόλαυσης πάνω στο σώμα έχει τη δομή του ανεστραμμένου μηνύματος της πρώτης διδασκαλίας, και ο Λακάν έχει έτσι τη δυνατότητα να αναδιατυπώσει τον ορισμό του τού ανεστραμμένου μηνύματος. «Γι’ αυτό ο Λακάν γράφει [...] ΄Το υποκείμενο λαμβάνει, βέβαια, το δικό του μήνυμα υπό μια ανεστραμμένη μορφή. Που πάει εδώ να πει, τη δική του απόλαυση υπό τη μορφή της απόλαυσης του Άλλου.΄ Πετυχαίνει, κατά  συνέπεια, εδώ, υπό αυτή τη μορφή που ακόμα διαφαίνεται και δεν έχει αναπτυχθεί, τη ενσωματoποίηση (corporisation) της διαλεκτικής του υποκειμένου και του Άλλου.»[53]

  Η ερμηνεία που έχει πιθανότητες να απαντήσει στη ενσωματοποιημένη γραφή του συμπτώματος δεν είναι μόνο ένα υβρίδιο ανάμεσα σε ομιλία και γραφή, αλλά πρέπει ακόμα να λάβει υπόψη την κρυφή συνέπεια που συνεπάγεται αυτό το υβρίδιο. Στο σωσυρικό σημαίνον, αυτό που κατέχει θέση γραφής είναι το άτομο που συνδέει το σημαίνον και το σημαινόμενο. Από τη στιγμή που αυτός ο δεσμός, με τον τεχνητό χαρακτήρα του, αποκηρύσσεται και δίνει τα σκήπτρα στον προς κατασκευή δεσμό μεταξύ γραφής και ομιλίας, τότε η ομιλία αναψυχώνεται από μια καινούργια διάσταση, αυτήν της φωνής που βρισκόταν εκεί κρυμμένη. Είναι η φωνή που επιστρέφει στη λαλιά ως νέα χρήση του σημαίνοντος. Την επιστροφή αυτής της φωνής κατάφερε ο Ζακ-Αλέν Μιλλέρ να ονομάσει «αναφώνηση». «Η αναφώνηση προσθέτει στην ομιλία. Προσθέτει την αξία, τη διάσταση και το βάρος της φωνής.»[54] Η φωνή έρχεται σε ρήξη με το δεσμό του εκφερομένου και της εκφοράς. Η λαλιά θεωρείται ότι εκφέρεται από μια θέση που δεν είναι πια εκφορά του υποκειμένου –εκφέρεται από τη θέση του «κανείς-πλέον». «Η θέση του Κανείς-Πλέον είναι προφανώς η θέση του υποκειμένου, αλλά μια θέση που ο Λακάν συνέλαβε και όρισε ως  τον καμένο κύκλο μέσα στον θάμνο της απόλαυσης [...] αυτό είναι που αναφψνείται από τη θέση του Κανείς-Πλέον.»

Ο Λακάν, λοιπόν, διερωτάται πώς να εξηγήσει το γεγονός πως, αν το σημαίνον είναι αίτιο της απόλαυσης, χρειάζεται να αναρωτηθούμε πώς αυτή η απόλαυση μπορεί να ξεφύγει από τον αυτο-ερωτισμό του σώματος και, ακόμη, να απαντήσει στην ερμηνευτική εκφώνηση. «Πρέπει, παρά ταύτα, να εγείρουμε το ερώτημα αν η ψυχανάλυση [...] δεν είναι ίσως κάτι που μπορούμε να το ονομάσουμε αυτισμό για δύο; Υπάρχει, ωστόσο, ένα πράγμα που επιτρέπει να πλήξουμε αυτόν τον αυτισμό, είναι ακριβώς το ότι η γλώσσα είναι μια κοινή υπόθεση.»[55] Η απόλαυση είναι αυτοερωτική αλλά η γλώσσα δεν είναι μια ιδιωτική υπόθεση. Είναι κοινή. Και ο Λακάν εξερευνά τα μέσα που μπορούν να επιτρέψουν στον αναλυτή να κάνει να αντηχήσει κάτι άλλο πέρα από το νόημα, κάτι που να φέρνει την απόλαυση μέσα στην κοινή γλώσσα. Υπάρχει πρωτίστως η ποίηση. «Αυτές οι πιέσεις με τις οποίες ο ψυχαναλυτής μπορεί να κάνει ώστε να ακουστεί κάτι άλλο, κάτι άλλο πέρα από το νόημα, διότι το νόημα είναι που αντηχεί με τη βοήθεια του σημαίνοντος, αλλά αυτό που αντηχεί δεν πάει μακριά [...] [σε] αυτό που ονομάζουμε ποιητική γραφή, μπορείτε να έχετε τη διάσταση αυτού που θα μπορούσε να είναι η αναλυτική ερμηνεία [...] Οι Κινέζοι ποιητές δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς παρά να γράφουν.»[56]

 Όμως, η κινεζική ποιητική γραφή δεν είναι μόνο η ενσάρκωση ενός νέου δεσμού ανάμεσα στην ομιλία και το γραπτό. Περιλαμβάνει επίσης μια τροπικότητα της φωνής, της αναφώνησης, με τον τρόπο μιας ορισμένης ψαλμωδίας, ενός τραγουδίσματος, που στηρίζεται στο παιχνίδι της εναλλαγής των τόνων που είναι χαρακτηριστικοί για την κινεζική γλώσσα. «Υπάρχει κάτι που δίνει την αίσθηση πως δεν εξαντλούνται εκεί. Είναι ότι σιγοτραγουδούν, ότι ρυθμίζουν τον τόνο. Είναι ότι υπάρχει αυτό που ο Φρανσουά Τσενγκ είπε μπροστά μου, δηλαδή μία τονική αντίστιξη, μία μετατροπία που κάνει ώστε το πράγμα να τραγουδιέται.»[57]

Λαμβάνοντας υπόψη τις διάφορες εστίες του λεγομένου στη νέα χρήση του σημαίνοντος που επιτρέπει η ερμηνεία ο Λακάν μπορεί να διαχωριστεί από την έννοια του σωσυρικού σημείου και τη γλωσσολογία που απορρέει από αυτό. «Η γλωσσολογία είναι, παρ’ όλα αυτά, μια επιστήμη που θα την έλεγα πολύ κακώς προσανατολισμένη. Αν η γλωσσολογία στέκεται στα πόδια της, αυτό συμβαίνει στο μέτρο που ένας Ρομάν Γιάκομπσον προσεγγίζει ανοιχτά τα ζητήματα ποιητικής. Η μεταφορά και η μετωνυμία αποκτούν εμβέλεια για την ερμηνεία μόνο στον βαθμό που είναι ικανές να λειτουργήσουν σαν κάτι άλλο. Και αυτό το κάτι άλλο αντί του οποίου λειτουργούν είναι ακριβώς αυτό δια μέσου του οποίου ενώνονται στενά ο ήχος και το νόημα.» Ωστόσο η χρήση της μεταφοράς και της μετωνυμίας που κάνει η ψυχανάλυση δεν έχει τον ίδιο στόχο με τη χρήση που κάνει ο ποιητής ο οποίος προσβλέπει στο αισθητικό αποτέλεσμα που απελευθερώνει μια υπεραπόλαυση εντελώς δική του. Ο ψυχαναλυτής, όπως και με το ευφυολόγημα, πρέπει να στοχεύει την ηθική δηλαδή την απόλαυση. «Σε αυτό ακριβώς συνίσταται το ευφυολόγημα, στο να χρησιμοποιείς μια λέξη για μια άλλη χρήση από αυτήν για την οποία φτιάχτηκε. Στην περίπτωση του οικογενειομυριούχου (famillionär), στραπατσάρουμε λίγο αυτή τη λέξη –είναι όμως σε αυτό το στραπατσάρισμα που έγκειται η δύναμη της λειτουργίας της.»[58] Η καινούργια ποιητική που φέρνει στο φως ο Λακάν με την ερμηνεία δεν συνδέεται με το ωραίο, αλλά θίγει την απόλαυση, όπως το ευφυολόγημα που εκλύει μια ιδιάζουσα υπερ-απόλαυση. «Δεν έχουμε τίποτα το ωραίο να πούμε. Πρόκειται για μια άλλη αντήχηση, που πρέπει να βασίσουμε στο ευφυολόγημα. Ένα ευφυολόγημα δεν είναι ωραίο, δεν στηρίζεται παρά σε μία αμφισημία, ή, όπως λέει ο Φρόιντ, σε μία οικονομία.»[59]

Αυτή η καινούργια χρήση σε αυτή την καινούργια προοπτική ορίζει, λοιπόν, πολύ καλά το σημαίνον με μια καινούργια χρήση, και μάλιστα τη δυνατότητα να παραχθεί ένα νέο, προσαρμοσμένο κατά την περίσταση, σημαίνον. «Γιατί να μη δημιουργούσαμε ένα καινούργιο σημαίνον; Τα σημαίνοντά μας πάντα προσλαμβάνονται. Ένα σημαίνον, για παράδειγμα, που δεν θα είχε, όπως το Πραγματικό, κανένα είδος νοήματος. Δεν ξέρουμε, μπορεί αυτό να ήταν γόνιμο. Μπορεί αυτό να ήταν γόνιμο, μπορεί να ήταν ένα μέσο, ένα μέσο κατάπληξης, σε κάθε περίπτωση.»

Το νέο σημαίνον επιτρέπει να ορθώσουμε τη ρήση στο ύψος ενός συμβάντος, όπως το σύμπτωμα. «Προσέξτε ότι δεν είπα τα λόγια, είπα η ρήση, όλα τα λόγια δεν είναι μια ρήση, αλλιώς όλα τα λόγια θα ήταν ένα συμβάν, κάτι που δεν συμβαίνει, τότε δεν θα μιλούσαμε για κενά λόγια. Μια ρήση είναι της τάξης του συμβάντος.»[60]

Η ισχύς που αποδίδει ο Λακάν σε αυτή την καινούργια χρήση του σημαίνοντος είναι κάτι που δρα κατευθείαν πάνω στο σύμπτωμα. Χρησιμοποιεί γι’ αυτό μια παράξενη έκφραση, την έκφραση «κατασβένει» το σύμπτωμα. «Είναι στο μέτρο που μια ακριβής ερμηνεία κατασβένει το σύμπτωμα που η αλήθεια προσδιορίζεται ως ποιητική.»[61]

Πώς να εννοήσουμε αυτό το ρήμα, το κατασβήνει. Θα πρότεινα να γυρίσουμε στον «Πνευματικό Καθρέφτη» με τον οποίο ξεκίνησα και να ξαναδιαβάσουμε τώρα μια παράγραφο που αφορά στον αντίκτυπο της ρήσης και όπου δένονται η λάμψη και ένα σβήσιμο του φεγγοβολήματος. «Όταν ο άνθρωπος, αναζητώντας το κενό της σκέψης, προχωράει στην ανήσκια λάμψη του φαντασιακού διαστήματος χωρίς καν να προσμένει τι από κει θα αναδυθεί, ένας καθρέφτης δίχως φέγγος του δείχνει μια επιφάνεια όπου τίποτα δεν αντανακλάται.»[62] Το νέο σημαίνον έρχεται να εγγραφεί πάνω σε μια επιφάνεια όπου καμία λάμψη νοήματος δεν έρχεται να εγγραφεί. Απομένει το καθαρό ίχνος ενός εκτός-νοήματος που κατέληξε να κατασβέσει τους ψευδείς λαμπυρισμούς της πίστης στο σύμπτωμα.

Μετάφραση: Άννα Πίγκου, Ελένη Τέντσου

Επιμέλεια: Νασία Λινάρδου                                                                                                                                                                    

 

[1] J. Lacan, «Position de l’Inconscient» (1964), στο Écrits, Seuil, Παρίσι 1966, σ. 834. Στα ελληνικά: Ζακ Λακάν, «Θέση του ασυνειδήτου», περιοδικό Η Ψυχανάλυση, τεύχος 6, μετάφραση Επ. Θεοδωρίδης, Ν. Λινάρδου, Ρ. Μπλανσέ και Ν. Παπανικολάου, σ.12.

[2] J. Lacan,  Le Séminaire, livre I, Les écrits techniques de Freud, Seuil, Παρίσι 1975, σ. 7.

[3] Αποδίδουμε ως εστία του λεγομένου το λογοπαίγνιο του Λακάν dit-mansion, δηλαδή το αγγλικό mansion, την εστία (κατά τα άλλα και έπαυλη ή αρχοντικό) του dit του λεγομένου. Dit-mansion στα γαλλικά είναι ομόηχο με την dimension, τη διάσταση. [ΣτΕ]

[4] Βλ. σχετικά, περιοδικό Η Ψυχανάλυση, τ. 9-10, φεβρουάριος 2019, σ. 66, σημ. 41: Οι όροι εκστόμιση, εκφώνηση, λαλιά, μιλιά, λαλέουσα, κελάρυσμα θα χρησιμοποιηθούν εδώ, κατά περίπτωση, για να αποδώσουμε τον όρο του Λακάν jaculation.[ΣτΕ]

[5] Στο ίδιο.

[6] J. Lacan, Le Séminaire, livre X, L’angoisse, Seuil, Παρίσι 2004, σ. 261.

[7] J.-P. Diény, Paul Demiéville (1894-1979) στο: École pratique des hautes études, 4ème section, Livret 2. Πρακτικά των συνεδρίων των ετών 1981-1982, σσ. 23-29.

[8] J. Lacan, Écrits, ό.π., σ. 364.

[9] J. Lacan, Le Séminaire XIII, «L’objet de la psychanalyse», ανέκδοτο.

[10] Πρβλ. M. Heidegger, «Logos», μτφρ. στα γαλλικά J. Lacan, σ. 59-79.

[11] J. Lacan,  Le Séminaire, livre V, Les Formations de l’inconscient, Seuil, Παρίσι 1998, σ. 458-459.

[12] J. Lacan, Écrits, ό.π., σ.593.

[13] J. Lacan, Le Séminaire XIV, «La logique du fantasme», μάθημα της 21ης Ιουνίου 1967, ανέκδοτο.

[14] Στο ίδιο.

[15] Στο ίδιο.

[16] J. Lacan, Écrits, ό.π., σ. 594.

[17] Στο ίδιο.

[18] Στο ίδιο, σ. 594-95.

[19] J.-A. Miller,  «L’interprétation à l’envers» (Η ερμηνεία από την ανάποδη), La Cause freudienne, 32, Navarin, Παρίσι 1996.

[20] Για την απόδοση της γαλλικής lalangue ως γλαλώσσας, βλ, Ζακ-Αλέν Μιλέρ, Ο Λακάν και η ψυχανάλυση, Εκκρεμές, Αθήνα 2003, επεξηγηματική σημ. 83 από τον Ρεζινάλντ Μπλανσέ στη σελ.137. [ΣτΕ]

[21] J.-A. Miller,  «Le monologue de l’apparole», La Cause freudienne, 34, Navarin, Παρίσι 1996.

[22] Στο ίδιο.

[23] Στο ίδιο.

[24] Στο ίδιο.

[25] Στο ίδιο.

[26] Στο ίδιο.

[27] Στο ίδιο.

[28] J. Lacan, Le Séminaire XXII, «R.S.I»,  Μάθημα της 11ης Φεβρουαρίου 1975. Κείμενο σε επιμέλεια του J.-A. Miller, Ornicar ?, 4, σ. 95-97 

[29] J.-A. Miller, «Introduction à l’érotique du temps», la Cause freudienne, 56, Navarin, Παρίσι Μάρτιος 2004, σ. 77. Ζ.-Α. Μιλέρ. «Εισαγωγή στην ερωτική ουσία του χρόνου», ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΙΚΉΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ, Εκδ. Εκκρεμές, σελ. 116-117

[30] Στο ίδιο, σελ 117.

[31] Στο ίδιο, σ. 119.

[32] Στο ίδιο, σ.130..

[33] Ο Λακάν στη διάλεξή του για τον Τζόυς γράφει τον άνθρωπο  (l'homme) φωνητικά, LOM, με τρία γράμματα. [ΣτΕ]

[34] Βλ. το περίφημο παράδειγμα του Λακάν: J. Lacan, « Remarque sur le rapport de Daniel Lagache », Ecrits, σ. 678. [ΣτΕ]

[35] J. Lacan, Le Séminaire XXII, «R.S.I», ό.π., σ. 96-97.

[36] Στο ίδιο.

[37] J. A. Miller, «Biologie lacanienne et événement de corps», La Cause freudienne, 44, 2000.

[38]J. Lacan, Le Séminaire, livre VIII, Le transfert, Seuil, Παρίσι 2001, μάθημα της 21ης Ιουνίου 1961. σ. 437. Ο Λακάν κάνει λόγο για το «περίφημο κελάρυσμα του Πινδάρου».

[39] J. Lacan, Le Séminaire XIII, «L’objet de la psychanalyse», ό.π., μάθημα της 1ης Δεκεμβρίου 1965.

[40] J. Lacan, Le Séminaire XII, «Problèmes cruciaux pour la psychanalyse» (1964-1965), 27η Φεβρουαρίου 1965, ανέκδοτο.

[41] J. Lacan, Le Séminaire XIII, «L’objet de la psychanalyse», ό.π.

[42]Πρβλ., P. Demiéville, Entretiens de Linji, Fayard, Παρίσι 1972, όπως αναφέρεται στο Nathalie Charraud, «Lacan et le Buddhisme Chan»,  La Cause freudienne, 79 (2011/2013), σ. 123.

[43] J.-A. Miller, XVIII, Nullibiété, Μάθημα της 11ης Ιουνίου 2008.

[44] J.-A. Miller, «L’orientation lacanienne, Le tout dernier Lacan», Διδασκαλία  που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του Τμήματος ψυχανάλυσης του πανεπιστημίου Paris VIII, μάθημα της 14ης Μαρτίου 2007, ανέκδοτο.

[45] Μετάφραση που έχει προταθεί από τον Ρ. Μπλανσέ και τη Ελ. Μόλαρη. [ΣτΕ]

[46] Στα γαλλικά Yad’l’Un σύμπτυξη (εκστόμιση) του Il y a de l’Un (Υπάρχει Εν). [ΣτΕ]

[47] Στηρίζομαι στην εκδοχή αυτής της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε τη βραδιά του σεμιναρίου της passe στις 21 Μαΐου 2019 και που παραμένει ανέκδοτη. Ωστόσο, υπάρχουν διαθέσιμες άλλες εκδοχές, ήδη δημοσιευμένες, όπου μπορεί κανείς να παρακολουθήσει το συλλογισμό.

[48] Ο είναι ομόηχο στα γαλλικά με τη λέξη eau (νερό).

[49] Λογοπαίγνιο στα γαλλικά ανάμεσα σε dénuement (αποστέρηση) και dénouement (έκβαση).

[50] J. Lacan, Le séminaire, Livre XX, Encore, Seuil, Παρίσι 1975, σ. 131-132, Εικοστό Σεμινάριο, Ακόμη, μετ. Βλάσης Σκολίδης, Αθήνα, εκδ. Ψυχογιός, σελ. 337 (μετάφραση ελαφρώς τροποποιημένη).  

[51] J.-A. Miller, «Biologie lacanienne et événement de corps», La Cause freudienne, 44, 2000.

[52] Στο ίδιο.

[53] Στο ίδιο.

[54] Στο ίδιο.

[55] J. Lacan,  Le Séminaire XXIV, «L’insu qui sait de l’une-bévue s’aile à mourre», μάθημα 10 και 19 Απριλίου 1977, ανέκδοτο.

[56] Στο ίδιο.

[57] Στο ίδιο.

[58]  Στο ίδιο.

[59] Στο ίδιο.

[60] J. Lacan, Le Séminaire XXI, «Les non-dupes errent», μάθημα της 18ης  Δεκεμβρίου 1973, ανέκδοτο.

[61] Στο ίδιο.

[62] J. Lacan, «Propos sur la causalité psychique», στο Écrits, ό.π., σ. 188.

 

Links

Lacan TV
Radio Lacan
Lacan Quotidien
 

H Παγκόσμια Εταιρεία Ψυχανάλυσης και οι Σχολές